Τρίτη 13 Φεβρουαρίου 2018

Χουσεΐν

Πολλές φορές μπήκα στον πειρασμό να το πω, να το βγάλω από μέσα μου. Τριάντα τέσσερα χρόνια το κρατάω θαμμένο στο μυαλό μου. Κάποιες φορές σε κουβέντες χαμηλόφωνες και μυστικές με τη γυναίκα μου, σαν αυτές που γίνονται όταν τα παιδιά κοιμούνται και τα ζευγάρια ψιθυρίζουν λόγια μύχια, άλλες φορές στο μεθύσι μου, όταν αρχίζουν και καταρρέουν οι φραγμοί και άλλες φορές έτσι, από απόγνωση και απελπισία, έρχεται μέχρι την άκρη των χειλιών κι εγώ έντρομος το καταπίνω πάλι.
Τρεισήμισι δεκαετίες το κρατάω μέσα μου κι όλα αυτά τα χρόνια, άλλοτε μένει θαμμένο και το ξεχνώ, άλλοτε βγαίνει μπροστά μου, κολλάει στο μυαλό μου και τότε καταβάλλω τεράστια προσπάθεια να το ξαναθάψω μέσα μου κι άλλοτε λέω στον εαυτό μου πως δεν συνέβη ποτέ, πως ό,τι έγινε σ’ εκείνο το Πομάκικο χωριό τον Φλεβάρη του’84, το ονειρεύτηκα – μα ποιον ξεγελάω!
Τώρα όμως θα το πω. Θα το βγάλω από μέσα μου επειδή δεν έχει πια καμία σημασία. Δε με ενδιαφέρει αν όλοι νομίσουν πως σάλεψα ή πως τους κοροϊδεύω. Σε λίγες μέρες θα αποδειχθεί αν έγιναν έτσι τα πράγματα τότε ή αν τα φαντάστηκα. Αν είναι όλα μέσα στο μυαλό μου, έχει καλώς. Αν όχι, αλίμονο σε όλους μας.
Στις αρχές του 1984 κλήθηκα από την Διεύθυνση Πρωτοβάθμιας Εκπ/σης της Ξάνθης να αναπληρώσω μια θέση σε ορεινό Πομακοχώρι του Νομού. Είχα απολυθεί πριν από τρεις περίπου εβδομάδες από το στρατό και θα έμπαινα για πρώτη φορά σε σχολική τάξη σαν δάσκαλος. Το χωριό είχε κατοίκους φτωχούς Πομάκους μουσουλμάνους που όπως διαπίστωσα ήταν ευγενείς και φιλότιμοι αλλά ταυτόχρονα και επιφυλακτικοί στους ξένους. Πηγαινοερχόμουν με λεωφορείο καθημερινά, μια και τότε δεν είχα δικό μου αυτοκίνητο.
Πολλές φορές όμως καθόμουν στο χωριό μετά το σχολείο. Οι κάτοικοι με κοιτούσαν έκπληκτοι στο καφενείο τα απογεύματα, αφού ήταν συνηθισμένοι να βλέπουν τους χριστιανούς δασκάλους που πηγαινοέρχονταν στην Ξάνθη να μη κάθονται στο χωριό ούτε λεπτό μετά το σχολείο. Εμένα όμως μου άρεσε να τριγυρνώ στο χωριό που το έβλεπα σαν κάτι το εξωτικό, σχεδόν εξωπραγματικό μια και ποτέ άλλοτε δεν είχα δει χωριό από κοντά – παιδί της πόλης ήμουν. Μόλις σουρούπωνε, έπαιρνα το τελευταίο λεωφορείο και κατέβαινα στην Ξάνθη, αφού είχα πιει ένα σωρό τσάγια στο καφενείο.
Σιγά σιγά απέκτησα οικιότητα με τους ανθρώπους του χωριού και κουβεντιάζαμε για τα παιδιά τους, για τον καιρό, για τα καπνά. Όταν τους είπα πως σαν φοιτητής τα καλοκαίρια δούλευα σε καπνομάγαζα της Καβάλας, οι κουβέντες άνοιγαν περισσότερο και μου έλεγαν το παράπονό τους πως ενώ τα καπνά τους τα κιρέτσιλερ, ήταν πρώτης ποιότητας και πουθενά στον κόσμο δεν υπήρχε τέτοια φίνα ποικιλία, οι τιμές όλο και έφθιναν.
Με τον Ερόλ μιλούσαμε για μπάλα, με τον Κεμίλ και τον Νεκάτ για καπνά, με τον Ασλάν και τον Αλτίν για γυναίκες. Όταν μου σύστησαν τον εξηντάχρονο Αϊντίν λέγοντάς μου πως ήταν στο τάγμα του ΕΛΑΣ υπό τον καπετάν Κεμάλ, πέταξα από τη χαρά μου. Του έβαζα με το ζόρι σχεδόν του άμοιρου να μου λέει ιστορίες για τη δράση του.
Όλοι οι φίλοι μου στο καφενείο με συμπαθούσαν επειδή ήμουν προσηνής και καταδεκτικός απέναντί τους και αντιλαμβανόντουσαν πως δεν είχα κανένα θέμα με τη θρησκεία τους ή την καταγωγή τους – καθόλου αυτονόητο εκείνη την εποχή.
Κάποια μέρα του Φλεβάρη έριξε αρκετό χιόνι και το λεωφορείο δεν μπόρεσε να ανέβει από Ξάνθη. Ο Αμέτ ο καφετζής προθυμοποιήθηκε να με φιλοξενήσει στο καμαράκι δίπλα στο καφενείο όπου είχε όλες τις ανέσεις για έναν ύπνο. Την ημέρα εκείνη την έβγαλα στο καφενείο κι όταν νύχτωσε ξεμείναμε ο Αμέτ, ο Αλτίν κι εγώ. Συνομήλικοι σχεδόν και οι τρεις, μιλούσαμε για γυναίκες και λεφτά μιας και δεν είχαμε τίποτε από τα δυο. Κάποτε ο Αμέτ σκύβει κάτω από τον πάγκο και βγάζει ένα ουίσκι χαμογελώντας συνωμοτικά. Πίνοντας και τρώγοντας, μόνοι σε ένα άθλιο καφενείο, τριγυρισμένοι από χιόνια, σε ένα χωριό ξεχασμένο, έφτασε η κουβέντα στον Χουσεΐν – έτσι, σκέτα Χουσεΐν.
Ο Χουσεΐν γεννήθηκε στο χωριό αλλά πολύ νέος έφυγε, μα δεν το εγκατέλειψε. Ξενιτεύτηκε στην Αμερική όπου έκανε πολλά λεφτά επενδύοντας στο χρηματιστήριο σε μικρές εταιρείες οι οποίες όμως σε μερικά χρόνια γινόντουσαν παγκόσμιοι κολοσσοί και τότε ο Χουσεΐν πουλούσε. Ο Αλτίν μιλούσε με θαυμασμό, ο Αμέτ με δέος για τον άνθρωπο αυτό.
Ο Χουσεΐν γύρισε στο χωριό και παντρεύτηκε την Ντιλέκ, όνομα που σημαίνει επιθυμία. Με την Ντιλέκ γνωριζόντουσαν από παιδιά κι ο Χουσεΐν την επιθυμούσε από τότε, έκανε το λογοπαίγνιο γεμάτος περηφάνια ο Αμέτ. Έκαναν μαζί δυο παιδιά, δυο κορίτσια που ο Χουσεΐν λάτρευε. Μόνο που το ένα παραλίγο να το χάσει από μια σπάνια ασθένεια της καρδιάς, αν δεν είχε τα λεφτά να το βάλει σε μια νέα, πανάκριβη πειραματική θεραπεία.
Όσο το ουίσκι έρεε, έρεε και η γλώσσα του Αμέτ και του Αλτίν. Μιλούσαν με λατρεία σχεδόν για τον Χουσεΐν. Αυτός ο άνθρωπος, αν και ζούσε μακριά από το χωριό του μοιράζοντας τη ζωή του σε δυο τρεις διαφορετικές ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, δεν το ξέχασε ποτέ. Επισκεύασε το τζαμί, χρηματοδοτούσε συντηρήσεις σπιτιών αλλά και δρόμων, αγόραζε τρακτέρ και αγροτικά σε γεωργούς, προίκιζε κοπέλες, έβρισκε δουλειές στους νέους, βοηθούσε οικονομικά τους φτωχούς, ήταν δηλαδή ο προστάτης και ο φύλακας άγγελος του χωριού.
Αυτό το τελευταίο, για τον φύλακα άγγελο δηλαδή, το εκστόμισα ειρωνικά και μόλις συνειδητοποίησα πως μιλάω με μουσουλμάνους τα χρειάστηκα. Οι άλλοι δύο όμως, όχι μόνο δεν κατάλαβαν την ειρωνεία αλλά και ενθουσιάστηκαν με την μεταφορά. Ο Αλτίν μου εξήγησε πως άγγελοι υπάρχουν και στο Ισλάμ έχοντας μάλιστα τη δυνατότητα να αλλάξουν μορφή έτσι ώστε να μοιάζουν με ανθρώπους και ίσως ο Χουσεΐν να είναι άγγελος σταλμένος από τον Αλλάχ - δόξα στ’ όνομά Του -  πώς δεν το σκέφτηκε νωρίτερα;
Στο δεύτερο μπουκάλι Johnny Walker ο Αμέτ σερβίρισε, έβαλε πάγο, άναψε το εκατοστό τσιγάρο και αφού πήρε τη συγκατάθεση με ένα μεθυσμένο κούνημα του κεφαλιού του Αλτίν, είπε πως ο Χουσεΐν προστάτευε και με άλλους τρόπους, μυστήριους, τους κατοίκους του χωριού. Έδινε τέτοιες συμβουλές προτρέποντας ή αποτρέποντας για πράξεις ή αναβολές οι οποίες αποδεικνύονταν σωτήριες για τους αποδέκτες τους. Μια στο τόσο, όταν ανέβαινε στο χωριό, έρχονταν να τον συμβουλευτούν νέοι και νέες. Ο Χουσεΐν με τις συμβουλές του, που πάντα ήταν πετυχημένες, πάντα έπεφτε μέσα, οδηγούσε τα παιδιά αυτά στην επαγγελματική επιτυχία. Να, τώρα στην επόμενη επίσκεψη του Χουσεΐν, ο Αλτίν θα τον συμβουλευόταν τι να κάνει με τα καπνά του – ο Χουσεΐν θα του έλεγε να συνεχίσει την καλλιέργεια ή να βάλει άλλη.
Ώστε και άγγελος αλλά και προφήτης στη θέση του Μωάμεθ ο Χουσεΐν, σκέφτηκα. Ο Χουσεΐν με τα πολλά λεφτά, που προίκιζε κορίτσια, που βοηθούσε τάχα τους νέους του χωριού, που ορμήνευε τα φτωχά παιδιά κάνοντας τον συμβουλάτορα, αυτός ο Χουσεΐν ήταν για μένα ένας απατεώνας που ποιος ξέρει ποια ανταλλάγματα – τι φρίκη! - ζητούσε από τα φτωχά κορίτσια αλλά και τα αγόρια ο ελεεινός για τις ψευτοσυμβουλές του. Να γιατί έπρεπε να ενισχυθεί η εκπαίδευση σ’ αυτά τα χωριά, ξεσπάθωσε μέσα μου ο αριστερός εαυτός μου, που τώρα ήταν και μεθυσμένος και θυμωμένος.
Φυσικά, μου καρφώθηκε στο κεφάλι να γνωρίσω αυτόν τον Χουσεΐν. Ήθελα να βρω έναν τρόπο αν ήταν δυνατό για να τον ξεμπροστιάσω μπροστά σε όλους. Πρώτα όμως θα έπρεπε να μάθω πότε θα ανέβαινε στο χωριό. Θα ερχόταν άραγε μέχρι τον Ιούνιο που θα τελείωναν τα σχολεία; Ο μεθυσμένος Αλτίν μου είπε πως ο Χότζας τους είχε πει πως θα ανέβαινε στο χωριό σε κανένα μήνα. Δε ρώτησα λεπτομέρειες για να μη τους υποψιάσω.
Έστρεψα βολικά την κουβέντα σε μπάλα και γυναίκες και λίγη ώρα αργότερα το διαλύσαμε. Σ’ εκείνο το καφενείο πήρα μια απόφαση που θα μου άλλαζε τη ζωή και θα μου φόρτωνε ένα βάρος ασήκωτο για την υπόλοιπη ζωή μου.
Παρατηρούσα κάθε κίνηση, κάθε αλλαγή στο χωριό προσπαθώντας να καταλάβω την ημέρα της άφιξης του Χουσεΐν. Δεν τολμούσα να ρωτήσω σχετικά, επειδή τότε όλα τα στόματα θα έκλειναν. Ήμουν σε αδιέξοδο. Ήξερα πως θα ερχόταν μέσα στο μήνα αλλά πότε; Δεν μπορούσα να είμαι συνέχεια στο χωριό, όλοι θα παραξενεύονταν. Ύστερα ήταν κι ο Μάνος, ο χωροφύλακας, ένα νεαρό παιδί από την Κρήτη που, όσο και να μετρούσε τις μέρες να περάσουν για να πάρει μετάθεση, το μυαλό του έκοβε και δεν ήθελα να με βάλει στο μάτι. Έψαχνα να βρω μια λύση χωρίς αποτέλεσμα, ώσπου ο Χασάν της τρίτης τάξης μου το ξεφούρνισε ξαφνικά σ’ ένα διάλειμμα. Μου είπε πως ήταν να μην έρθει την επόμενη ημέρα στο σχολείο επειδή θα πήγαινε με τον μπαμπά του να δουν τον Χουσεΐν στην Ξάνθη «αλλά τα έρτω σκολείο κύριε, επιντή ο Χσεΐν τα έρτει εντώ». Τα γρανάζια της συμφοράς άρχισαν να γυρίζουν τώρα και θα με συνέθλιβαν σιγά σιγά.
Την άλλη μέρα ήμουν αποφασισμένος να την περάσω στο χωριό μέχρι να τον συναντήσω αλλά δε χρειάστηκε να περιμένω πολύ, με συνάντησε εκείνος.
Ήρθε στο σχολείο ο Ερντέμ, ο επιστάτης του τζαμιού και μου είπε πως με θέλει ο Χουσεΐν στο σπίτι του. Ήθελε λέει να μου μιλήσει και να με συγχαρεί για την πολύ καλή δουλειά που έκανα στο σχολείο με τα παιδιά. Η αλήθεια είναι πως έδινα και την ψυχή μου για τα Πομακάκια που είχα μαθητές αλλά να με προσκαλέσει να τον δω κατ’ ιδίαν για αυτό τον λόγο, πήγαινε πολύ! Δέχτηκα βέβαια την πρόσκληση και μετά το σχολείο ανηφόρισα για το σπίτι του Χουσεΐν.
Το σπίτι του ήταν ένα διώροφο ανακαινισμένο με έναν τρόπο διακριτικό και δεν ξεχώριζε από τα υπόλοιπα. Με υποδέχτηκε στο κεφαλόσκαλο ο ίδιος, κάνοντάς μου μια θερμή χειραψία. Ήταν ένας μεσαίου ύψους άνδρας γύρω στα πενήντα πέντε με φαλάκρα και μουστάκι. Η φυσιογνωμία του δεν είχε τίποτε το ιδιαίτερο, μπορούσε να περάσει εντελώς απαρατήρητος παντού. Με έβαλε στο σπίτι και καθίσαμε. Αφού είπαμε τα τυπικά, άρχισε να μου πλέκει το εγκώμιο, λέγοντάς μου πως το έργο που επιτελούσα στο σχολείο ήταν πολύ σημαντικό.
Στο λιτό καθιστικό μπήκε η γυναίκα του η Ντιλέκ κρατώντας το δίσκο με τους καφέδες και τα λουκούμια. Ήταν μια μικροκαμωμένη γυναίκα με ανοιχτόχρωμο, χλωμό δέρμα και καλοσυνάτο πρόσωπο. Μας σερβίρισε, συστηθήκαμε κι έφυγε.
Και τότε μίλησα. Άνοιξα το στόμα μου και δεν το έκλεινα. Ανάμεσα στα άλλα, τον χαρακτήρισα εμμέσως πλην σαφώς απατεώνα που χειραγωγούσε φτωχούς κι αμόρφωτους ανθρώπους με ποιος ξέρει τι ανταλλάγματα.
Με άκουγε άλλοτε ανέκφραστα, άλλοτε με συγκατάβαση. Μου φάνηκε πως πράγματι ήταν έτοιμος να τα ακούσει όλα αυτά – όλα, εκτός από τα υπονοούμενα περί ανταλλαγμάτων.
- Λοιπόν δάσκαλε ήμουν έτοιμος γι’ αυτή την ώρα εδώ και πολύ καιρό, απορώ μάλιστα που καθυστέρησε τόσο. Ομολογώ πως όμως πως δεν περίμενα ποτέ να γίνει εδώ και με σένα συνομιλητή μου. Όμως ήρθες στο σπίτι μου να με προσβάλλεις! Το κήρυγμα περί ψευδοπροφητειών κι επιστήμης, το ευχαριστήθηκα. Οι υπαινιγμοί σου όμως για τα άλλα, πολύ ευαίσθητα θέματα, ξεπερνούν τα όρια. Το πήγες πολύ μακριά δάσκαλε!
- Μόνο του πάει μακριά Χουσεΐν! του είπα.
- Δεν έχεις ιδέα τι θα πει μακριά. Δεν έχεις ιδέα, κανείς δεν έχει την παραμικρή ιδέα του τι σημαίνει μακριά σ’ αυτή τη ζωή, τι είναι πραγματικό ή όνειρο, αλήθεια ή ψευδαίσθηση. Θα σε τιμωρήσω δάσκαλε, θα σε τιμωρήσω λέγοντάς σου την αλήθεια. Μια αλήθεια τόσο απίστευτη, τόσο εξωφρενική που δε θα τολμάς να την πεις πουθενά. Είσαι έτοιμος;
- Είμαι όλος αυτιά, έκανα ειρωνικά.
- Λοιπόν δάσκαλε γεννήθηκα σ’ αυτό το χωριό το 1930. Το 52 παντρεύτηκα την Ντιλέκ και το 53 γεννήθηκε η πρώτη μου κόρη, η Σεβίλ ενώ το 57 η δεύτερη, η Νερμίν. Από κει και πέρα, μόνο συμφορές μου έδωσε ο Αλλάχ. Το ’71 η Νερμίν αρρώστησε και τον επόμενο χρόνο πέθανε στα χέρια μου.
Έκπληκτος άνοιξα το στόμα μου να μιλήσω μα ένα βιαστικό του νεύμα με έκανε να σιωπήσω.
- Μη με διακόψεις, άκου με μόνο. Δεν μπόρεσα να σώσω το φτωχό μου το κορίτσι. Τον επόμενο χρόνο η μεγάλη μου φεύγει με τον άντρα της για Αυστραλία και από τότε την είδα μόνο μια φορά, μετά από είκοσι χρόνια, το ’92 – δεν ήταν όμως αυτή η κόρη μου, ήταν σαν να έβλεπα κάποια που να της έμοιαζε. Δε ζούσε και η Ντιλέκ, το στήριγμά μου, το φως μου, πέθανε από τον καημό της, δέκα χρόνια μετά τη Νερμίν, το ’82.
Ακούγοντάς τον, το μυαλό μου μπλοκάρισε. Οι ημερομηνίες ήταν λάθος, τα πρόσωπα ήταν εκτός χρόνου, εκείνος όμως συνέχιζε. Ήθελα πολύ να δω πού θα το πήγαινε τελικά.
Τότε η πόρτα άνοιξε διακριτικά και ξεπρόβαλλε το κεφάλι της Ντιλέκ.
- Το αυτοκίνητο είναι φορτωμένο, είμαστε έτοιμοι.
- Σε λίγο sevgilim, της είπε.
- Φεύγουμε δάσκαλε. Δε θα με ξαναδείς αλλά και δε θα με ξεχάσεις ποτέ.
- Πολύ βολικό να φύγεις τώρα, ε Χουσεΐν; είπα.
- Δε σε ξεσυνερίζομαι, δεν έχουμε πολύ χρόνο, θα χάσω το αεροπλάνο. Η ζωή μου λοιπόν δάσκαλε εδώ στο χωριό ήταν χωράφι, καφενείο και σπίτι. Μόνος μου πορεύτηκα όλα τα επόμενα βασανιστικά χρόνια. Μάταια ρωτούσα στις προσευχές μου τον Αλλάχ - δόξα στ’ όνομά Του – γιατί με βασάνισε τόσο. Ο Χότζας μου έλεγε να κάνω υπομονή, ο Αλλάχ μόνο γνωρίζει, κι εγώ έσκυβα το κεφάλι και συνέχιζα. Την τελευταία φορά που προσευχήθηκα, στα 88 μου χρόνια, Του ζήτησα να μου δώσει μια δεύτερη ευκαιρία – δεν την άξιζα; Τι είχα ζήσει; Πόνο, απώλειες, φτώχεια. Εκείνο το βράδυ έχυσα πικρά δάκρυα, για μια ζωή τυραννισμένη. Γερμένος έκανα την προσευχή μου και παρέδωσα τη ζωή μου στα χέρια Του.
Δάσκαλε πέθανα μόνος, στην κάμαρά μου, στις 18 Φεβρουαρίου του 2018. Ο φιλεύσπλαχνος Αλλάχ με άκουσε όμως και ξαναγεννήθηκα και ξαναέζησα και νάμαι τώρα μπροστά σου δάσκαλε με τη Ντιλέκ μου ζωντανή - την είδες! – με τη Νερμίν θεραπευμένη, τη Σεβίλ καλοπαντρεμένη κι εμένα να ζω μια καλή κι ενάρετη ζωή, προσπαθώντας να ελεήσω όσους μπορώ. Όσο για την περιουσία, έξυπνος είσαι δάσκαλε, θα κατάλαβες πώς την απέκτησα.
Είχα μείνει με το στόμα ανοιχτό. Ο τύπος ήταν για βραβείο Hugo! Κέντησε αριστοτεχνικά μια ιστορία τόσο εξωφρενική που ντρεπόσουν να την διηγηθείς κάπου – ο ίδιος δεν ντράπηκε;
Σηκώθηκε, δείχνοντάς μου πως η κουβέντα τελείωσε. Έσκυψε και πήρε τα Καρέλια μου κασετίνα, γύρισε το πακέτο ανάποδα κι άρχισε να γράφει.
- Αν θες, το κρατάς για να βεβαιωθείς, είπε σχεδόν αδιάφορα πια. Έτσι κι αλλιώς δε θα με ξαναδείς. Φεύγουμε μακριά, το χωριό άρχισε να μιλάει και οι κουβέντες αυτές μόνο κακό μπορούν να φέρουν.
Έφυγα ζαλισμένος, χωρίς να τον χαιρετίσω. Ο τύπος πήρε προφανώς χαμπάρι πως κίνησε υποψίες, ίσως κι ο Μάνος να τον έβαλε στο στόχαστρο και την κοπανούσε. Φυσικά, φυσικότατα, έσκισα το πακέτο και το κράτησα βάζοντάς το σε ένα βιβλίο του Φίλιπ Ντικ. Ο Χουσεΐν είχε γράψει πάνω του κάποιες λέξεις με λατινικούς χαρακτήρες και δίπλα ημερομηνίες.
Δε νομίζω πως υπάρχει άνθρωπος που να μην κρατούσε το τετράγωνο αυτό χαρτονάκι. Όσο και να κυβερνά η Λογική κάποιον, όσο ορθολογιστής και να είναι, κάπου μέσα στα βάθη του μυαλού του κατοικεί ένας ακόμη εγκέφαλος, μικρός και πρωτόγονος, που ακριβώς επειδή είναι πρωτόγονος κυριαρχεί σε περιπτώσεις που ο κανονικός, ο λογικός, δεν μπορεί να τα βγάλει πέρα.
Τον Σεπτέμβριο διορίστηκα στη Θάσο. Ο καιρός περνούσε, η ζωή βρίσκει τρόπους να λειαίνει ή και να καλύπτει αναμνήσεις κι ο Χουσεΐν άρχισε να ξεθωριάζει. Δυο  χρόνια αργότερα, καθόμουν με τον συγκάτοικό μου στην «Mon Chéri», μια από τις δύο τότε καφετέριες του Λιμένα. Ξαφνικά η τηλεόραση απέναντι διακόπτει το πρόγραμμα και δείχνει το διαστημόπλοιο που μόλις είχε εκτοξευθεί, το Challenger, να μετατρέπεται σε μια μπάλα φωτιάς. Ένιωσα σαν να με χτυπούσαν κατευθείαν στο κεφάλι όλα τα κομμάτια του φλεγόμενου σκάφους. Πρέπει να έχασα το χρώμα μου, αφού ο Σήφης με ρώτησε αν ήμουν καλά. Προφασίστηκα κάτι – δε θυμάμαι τι - κι έφυγα από την καφετέρια πηγαίνοντας τρέχοντας με τη μηχανή στο σπίτι. Λαχανιασμένος άρπαξα το βιβλίο και κοίταξα το χαρτονάκι που έγραφε στην πρώτη σειρά: Challenger 280186.
Καλά θυμόμουν πως η πρώτη σειρά έγραφε Challenger, αυτός που προκαλεί δηλαδή. Μου έκανε εντύπωση όταν το διάβασα και σκέφτηκα πως ο άθλιος έκανε και χιούμορ, προκαλώντας με.
Το μυαλό μου διαλύθηκε εκείνη τη νύχτα. Πώς το ήξερε; Ήταν τυχαίο; Μέχρι που σκέφτηκα πως προκάλεσε ο ίδιος μια έκρηξη στο καλύτερα φυλασσόμενο όχημα του κόσμου μόνο και μόνο για να με πείσει! Ο μόνος τρόπος για να πειστώ ήταν η δεύτερη καταγραφή που έγραφε Chernobyl 260486. Κάτι θα γινόταν σε ένα μέρος που λεγόταν Chernobyl, στις 26 Απριλίου. Έψαξα σε εγκυκλοπαίδειες να βρω το μέρος, μα δεν βρήκα καμία καταγραφή, ώσπου σκέφτηκα να κοιτάξω τους χάρτες του σχολείου και το βρήκα. Πόλη της Σοβιετικής Ένωσης, κοντά στο Κίεβο. Μετρούσα τις μέρες ώσπου ήρθε η 26η Απριλίου, ημέρα Σάββατο και ήταν μια μέρα σαν τις άλλες. Πρωί για καφέ στην Μπαλάντα, απόγευμα στην Αστρολέσχη για ηλεκτρονικά, χάμπουργκερ από τα Goodieso κόσμος στη θέση του. Φυσικά, αφού οι Σοβιετικοί προσπάθησαν στην αρχή να κρύψουν την καταστροφή. Εκείνο το βράδυ δεν κοιμήθηκα ήσυχος όμως. Κάτι πήγαινε λάθος. Τη μεθεπόμενη μέρα ο Χουσεΐν δικαιώθηκε όταν οι Σοβιετικοί ομολόγησαν την καταστροφή.
Τι να έλεγα; Πως γνώρισα κάποτε κάποιον Γκουρού – Σούφι – μυστικιστή που τον έλεγαν Χουσεΐν και μου εκμυστηρεύτηκε πως ο Αλλάχ τον λυπήθηκε και του έδωσε μια δεύτερη ζωή στην οποία ζούμε τώρα όλοι μας και που έχει ημερομηνία λήξης 18 Φεβρουαρίου 2018 όταν θα (ξανα)πεθάνει δηλαδή; Δε θα διέφερα από εκείνους τους τύπους που κυκλοφορούν στη Νέα Υόρκη με κάτι ταμπέλες που γράφουν «The End Is Near».
Έπρεπε να προχωρήσω στη ζωή μου όμως και προχώρησα. Παντρεύτηκα κι έκανα το πρώτο μου παιδί και περίμενα. Περίμενα την τρίτη ημερομηνία που δεν άργησε να έρθει, όταν έκπληκτοι παρακολουθούσαμε όλοι ζωντανά στην τηλεόραση την πτώση του Τείχους του Βερολίνου. Το χαρτονάκι του Χουσεΐν έγραφε Berlin 091189.
«Τι έτι χρείαν έχομεν μαρτύρων;» αναφώνησε ο Καϊάφας κι εγώ μαζί. Και μια που έπιασα τα αποφθέγματα, θυμήθηκα και τον Σέρλοκ Χολμς: «Όταν έχεις αποκλείσει το αδύνατο, αυτό που μένει, όσο απίθανο και αν φαίνεται, είναι η αλήθεια».
Αλήθεια ήταν. Τρία γεγονότα που αποκλείεται να τα προκάλεσε βέβαια ο Χουσεΐν μόνο και μόνο για να ξεγελάσει εμένα, συνέβησαν σε τόπο και χρόνο που αυτός προέβλεψε. Προέβλεψε ή ξανάζησε;
Εκείνη τη χρονιά αποφάσισα να βρω τα ίχνη του. Όταν η οικογένεια ήταν στο χωριό το καλοκαίρι, προφασίστηκα βλάβη στο αυτοκίνητο που έπρεπε να επιδιορθωθεί στο συνεργείο. Έφυγα το πρωί από το χωριό και σε δύο ώρες έφτασα στο Πομακοχώρι. Ρώτησα για τους παλιούς μου φίλους και βρήκα μόνο τον Κεμίλ. Δώσαμε θερμή χειραψία, θυμηθήκαμε τα παλιά και μετά τον ρώτησα ευθέως για τον Χουσεΐν. Κανείς δεν ήξερε πού ήταν, το σπίτι στο χωριό το χάρισε και συνέχιζε τις αγαθοεργίες δίνοντας μέσω δικηγορικού γραφείου στην Αθήνα απίστευτα ποσά σε ανθρώπους όχι μόνο στο χωριό και στην Ξάνθη αλλά και παντού σε όποιον είχε ανάγκη, Χριστιανό ή Μουσουλμάνο. Ο Χουσεΐν είχε το πλεονέκτημα όχι απλά να προβλέπει αλλά να γνωρίζει τις οικονομικές συγκυρίες και να τις εκμεταλλεύεται. Ρώτησα τον Κεμίλ για το επώνυμό του, λεγόταν Kaya, ένα πολύ συνηθισμένο επώνυμο.
Λιγότερο από μια δεκαετία αργότερα, όταν πρωτοσυνδέθηκα στο Internet, έβαλα το ονοματεπώνυμό του στο Yahoo. Ήταν σαν να έψαχνα το ελληνικό όνομα Γιάννης Δημητριάδης ή Δημήτρης Παπαδόπουλος, τόσο συνηθισμένο στον μουσουλμανικό κόσμο των εκατοντάδων εκατομμυρίων είναι το Hussein Kaya.
Εκεί στις αρχές του αιώνα σκέφτηκα μήπως να έβγαζα λεφτά από την τελευταία καταγραφή: Twin 110901. Κάτι θα γινόταν στις 11 Σεπτεμβρίου του 2001 αλλά πού; Έψαξα παντού για τοπωνύμια Twin και βρήκα πάρα πολλά με αυτό για πρώτο συνθετικό. Αν η καταγραφή του Χουσεΐν ήταν πιο συγκεκριμένη θα μπορούσα να το πουλήσω κατάλληλα. Εγκατέλειψα την ιδέα και περίμενα την 11η Σεπτεμβρίου. Εκείνη την ημέρα, ήμουν ο μόνος πλην της Αλ Κάιντα που δεν εξεπλάγην. Το χαρτονάκι το κράτησα αν και δεν είχε άλλη καταγραφή, μόνο και μόνο για να ξέρω πως εκείνη η συζήτηση στο σπίτι του Χουσεΐν ήταν πραγματική, αν και μερικές φορές αναρωτιόμουν μήπως εγώ ο ίδιος τα έγραφα αυτά τα γεγονότα αφού γινόντουσαν και η ιστορία του Χουσεΐν ήταν κατασκευασμένη από ένα μυαλό που κάποια στιγμή, άγνωστο πώς, σάλεψε.
Πέρασαν τα χρόνια και το τρομερό μυστικό φώλιαζε μέσα μου δηλητηριάζοντας τη ζωή μου, μια ζωή που προσπάθησα να ζήσω όσο πιο φυσιολογικά μπορούσα.
Χθες όμως έλαβα ένα mail από αυτόν. Ναι, από τον Χουσεΐν. Κοιτούσα το κινητό ώρα πολλή και δεν πίστευα στα μάτια μου βλέποντας το όνομα Hussein Kaya για αποστολέα. Πάτησα στην οθόνη και το διάβασα.
Ήταν σύντομο και νάτο, εδώ, σε copy paste:
«Αγαπητέ μου δάσκαλε σε χαιρετώ, As-salāmu ʿalaykum.
Πέρασε καιρός από την τελευταία και μοναδική μας συνάντηση την οποία ομολογώ έκανα καιρό να την ξεπεράσω. Τα λόγια σου με πλήγωσαν βαθιά, μα έπειτα ακολούθησα την επιταγή του Προφήτη, τη συγχώρεση. Ελπίζω να έζησες καλά αυτά τα χρόνια, να ήσουν καλός, δίκαιος και σπλαχνικός άνθρωπος.
Ξέρεις, οι γιατροί μου δίνουν λίγες μέρες ζωής – εμείς οι δύο όμως ξέρουμε έτσι;
Αυτή τη φορά δε θα πεθάνω μόνος στη φτωχή μου κάμαρα στο χωριό. Δε θέλω όμως να πεθάνω και στη σουΐτα του Νοσοκομείου που βρίσκομαι τώρα. Αυτή τη φορά θα πεθάνω σε σπίτι αγαπημένο τριγυρισμένος από πρόσωπα αγαπημένα. Αυτή τη φορά δεν έχω παράπονο από τον Αλλάχ - δόξα στ’ όνομά Του – και δε θέλω δεύτερη ζωή. Μόνο που δεν ξέρω ποια από τις δύο ήταν η πραγματική. Ήταν αυτή που έζησα καλά και η άλλη ήταν μια δοκιμασία σταλμένη από τον Αλλάχ ή μήπως ήταν η πρώτη κι αυτή είναι ένα όνειρο που έζησα κι εσείς όλοι ζήσατε στο όνειρό μου;
Σύντομα θα μάθουμε.
Χαιρετώ, Μa'aasalaama,
Χουσεΐν»
Μέχρι τις 18 του μηνός, μένουν λίγες μέρες. Όπως έγραψε κι ο Χουσεΐν, σύντομα θα μάθουμε...


Τρίτη 30 Ιανουαρίου 2018

Σημαδιακές μέρες

Κοίταζε το σεμεδάκι επάνω στην τηλεόραση. Προίκα της ήταν, φτιαγμένο ποιος ξέρει πότε από τη γιαγιά της. Παρατήρησε πως ήταν βαλμένο λίγο στραβά. Σηκώθηκε αργά και το ίσιωσε. Από κάτω του, ο Αρνιακός έλεγε τον καιρό. Πάντα παρακολουθούσε το δελτίο καιρού για να ξέρει πότε να βάλει πλυντήριο και να απλώσει. Παρακολουθούσε πάντα στο ίδιο κανάλι τον καιρό, πάντα με τον Αρνιακό που τόσο έμοιαζε στο χαμόγελο με τον μακαρίτη τον άντρα της, τον Ηλία της. 
Με τον Ηλία της παντρεύτηκαν σημαδιακή μέρα, λίγο μετά τα γεγονότα του Πολυτεχνείου, το Σάββατο στις 17 Νοεμβρίου του 1973. Ο Ηλίας δούλευε από τότε στο υπεραστικό ΚΤΕΛ, πάντα στο δρομολόγιο Θεσσαλονίκη – Αθήνα κι εκείνη, η Σοφία, σε μια βιοτεχνία ρούχων μέχρι που έμεινε έγκυος κι από τότε σταμάτησε τη δουλειά. Μερικές φορές ο Ηλίας την έπαιρνε μαζί του στο δρομολόγιο, να ξεσκάσει λιγάκι και τότε έβγαιναν βόλτα στην Ακρόπολη, στην Πλάκα, στο Θησείο, στο θέατρο, μια φορά πήγαν και στα μπουζούκια, στον Ζαμπέτα. Παντού την πήγαινε ο Λιας της – έτσι τον έλεγε η Σοφία τις στιγμές που αγκαλιασμένοι γινόντουσαν ένα – δεν της χαλούσε χατίρι, κανενός χατίρι δε χαλούσε ο Λιας της, πάντα με το χαμόγελο, πάντα ευγενικός, πάντα χαμηλόφωνος και τρυφερός, προ πάντων με την κόρη τους, την Ελενίτσα. 
Την πήγαινε βόλτα στην παραλία να την κεράσει παγωτό, στο Πανόραμα για τρίγωνο που τόσο της άρεσε και μετά, με την Ελενίτσα που ξετρελαινόταν με τα ζώα, στον ζωολογικό κήπο, στον Άγιο Παύλο. 
Ο καημένος ο Ηλίας της, που έκανε εκατοντάδες χιλιάδες χιλιόμετρα με μεγάλα λεωφορεία, έπεσε από το μηχανάκι του την ώρα που γυρνούσε από το καφενείο. Μικρόσωμος κι εύθραυστος καθώς ήταν, έμεινε στον τόπο.
Πάλι σημαδιακή μέρα ήταν τότε, όταν έκλεισαν οι τράπεζες τη Δευτέρα στις 29 Ιουνίου του 2015. Είχε προλάβει όμως, όλα τα προλάβαινε, όλα τα φρόντιζε ο Λιας της, είχε προλάβει λίγες ημέρες πριν, να βγάλει από την Πειραιώς τα δέκα χιλιάρικα που είχαν στην άκρη και που σε είκοσι πεντακοσάρικα τα έκρυψαν στον 11ο τόμο της εγκυκλοπαίδειας που αγόρασαν όταν η Ελενίτσα τους πρωτοπήγε στο Νηπιαγωγείο. Το πρώτο πεντακοσάρικο ο Ηλίας το έβαλε στη σελίδα με το λήμμα «Ελένη» και το τελευταίο έφτασε μέχρι το «Ελλάδα».
Η Σοφία έμενε σε ένα διαμέρισμα στην Παρασκευοπούλου. Το πήραν με τον Ηλία το 1978 για να φύγουν από το νοίκι πουλώντας την οικογενειακή τους περιουσία, αυτός κάτι βοσκοτόπια στον Τριπόταμο Φλώρινας, εκείνη τα χωράφια που της άφησαν οι μακαρίτες οι γονείς της στη Βυρώνεια Σερρών και παίρνοντας κι ένα δάνειο. Υπέγραψαν το συμβόλαιο πάλι μέρα σημαδιακή, τη μέρα του σεισμού της Θεσσαλονίκης την Τρίτη 20 Ιουνίου του 1978. Το σπίτι είχε ένα μικρό καθιστικό, δυο κρεβατοκάμαρες που την μία την έκαναν παιδικό δωμάτιο της Ελενίτσας κι ένα ακόμη μικρό δωμάτιο που το χρησιμοποιούσαν σαν ξενώνα όταν ερχόντουσαν τα πεθερικά της για να τους δουν ή να επισκεφθούν κάποιον γιατρό στη Θεσσαλονίκη. Τώρα που δεν περίμενε κανέναν το είχε σαν αποθήκη όπου έβαζε πράγματα που λυπόταν να πετάξει.
Ο Αρνιακός χαιρέτησε τους τηλεθεατές μ' ένα πλατύ χαμόγελο και μια ελαφρά υπόκλιση. Έκλεισε την τηλεόραση και βγήκε από το σπίτι. Στο ισόγειο της πολυκατοικίας ήταν το σούπερ μάρκετ από όπου ψώνιζε από λίγα δύο τρεις φορές την ημέρα για να έχει να μιλά με κάποιους. Στο κατάστημα την γνώριζαν όλοι και την συμπαθούσαν αλλά περισσότερο η Ιωάννα, η υπεύθυνη της βάρδιας που μαζί της άνοιγε κουβέντα ευκολότερα. Η Ιωάννα καιρό προσπαθούσε να την πείσει να νοικιάσει ένα τουλάχιστον δωμάτιο σε κάποια εργαζόμενη ή φοιτήτρια για να έχει ένα έξτρα εισόδημα πέρα από την σύνταξη του Ηλία. Η Σοφία στην αρχή ήταν αρνητική, μα θες η μοναξιά, θες το γεγονός πως δύσκολα τα έβγαζε πια πέρα, το αποφάσισε. Το είπε στην Ιωάννα κι εκείνη της υποσχέθηκε πως θα έβαζε αγγελία στο ίντερνετ κι ο Θεός βοηθός - έτσι της είπε. 
Η Σοφία πολλές φορές σκέφτηκε, όχι χωρίς ενοχές, πως ο Θεός δεν τη βοήθησε. Φρόντισε μόνο να ρυθμίσει τη ζωή της βάζοντας τις σημαντικότερες στιγμές της μέσα σε σημαδιακές μέρες. Θαρρείς και ήθελε αυτές οι στιγμές να περάσουν από όλους απαρατήρητες, όπως απαρατήρητη θα περνούσε η φωτίτσα ενός ταπεινού κεριού βαλμένου μπροστά σε έναν προβολέα. 
Να, όπως με τη γέννα της. Γέννησε παραμονή Δεκαπενταύγουστου του '74, την ημέρα που οι Τούρκοι έκαναν τη δεύτερη εισβολή στην Κύπρο, με τον Λια της μέσα σ' ένα άρμα μάχης στον Έβρο και τον γιατρό με το αυτί κολλημένο μόνιμα στο τρανζιστοράκι να ακούει συνεχώς ειδήσεις. Γέννησε την Ελενίτσα της μόνη, είκοσι τεσσάρων χρονών κοπέλα, αφού η πεθερά της δεν μπορούσε να έρθει από το χωριό έγκαιρα καθώς οι δρόμοι ήταν γεμάτοι άρματα μάχης και στρατιωτικά αυτοκίνητα. Ο Ηλίας της γύρισε από τον Έβρο άρον άρον, χωρίς να τον ψάξει κανείς σε έναν στρατό υπό διάλυση. 
Έτσι, η Ελενίτσα που συνελήφθη σε μια στιγμή έκστασης για εκείνη και τον Λια της σε μια κοινωνία υπό διάλυση, γεννήθηκε σε μια χώρα υπό διάλυση. Ο Ηλίας πήρε το μωρό αγκαλιά και το κοιτούσε με εκείνο το ζεστό βλέμμα που σε διαβεβαίωνε πως όλα θα πάνε καλά, όλα θα γίνουν καλώς καμωμένα, θα φροντίσει ο ίδιος γι αυτό. 
Ναι, ο καλός Ηλίας είχε βασίλισσα τη Σοφία και πριγκίπισσα την Ελενίτσα, όπως του άρεσε να λέει. 
Όταν πια πήγε στο Νηπιαγωγείο και η νηπιαγωγός τους έλεγε πόσο καλό ήσυχο αλλά και έξυπνο παιδί ήταν, έλιωναν και οι δυο από χαρά και συγκίνηση και τα βράδια στην κρεβατοκάμαρα αφού έσμιγαν στάζοντας κι δυο αγάπη, μιλούσαν για ώρα πολλή για το μέλλον της Ελενίτσας, μη γνωρίζοντας πως η Ελενίτσα τους δεν είχε πολύ μέλλον ακόμα. 
Στο Νηπιαγωγείο άρχισε να αρρωσταίνει συνεχώς. Συνηθισμένο φαινόμενο για τα παιδιά καθώς εκτίθενται συνεχώς σε μικρόβια κολλώντας το ένα το άλλο. Αρρώσταινε όμως και το καλοκαίρι πριν την πρώτη Δημοτικού και το σωματάκι της γέμιζε πολύ εύκολα μελανιές. Ο Ηλίας και η Σοφία δεν σκέφτηκαν κάτι κακό. Η Ελενίτσα τους ήταν φιλάσθενη η καημένη και ίσως του χρόνου να έπρεπε να την γράψουν σε κατασκήνωση, να δυναμώσει. Της πήραν τσάντα δερμάτινη, από τις καλές, μεγάλη ξύλινη κασετίνα, μαρκαδόρους, μεγάλα μπλε τετράδια, ό,τι τους είπε η κυρία Αφροδίτη, η δασκάλα. Της πήραν και δύο μπλε ποδιές με άσπρο γιακαδάκι, πήραν δύο για να έχει να βάζει η Ελενίτσα όταν η άλλη θα στέγνωνε μετά από πλύσιμο. Τις αγόρασε ο Ηλίας από το Μινιόν, σε ένα από τα δρομολόγιά του στην Αθήνα.
Η Ελενίτσα πήγαινε μια εβδομάδα στην Πρώτη Τάξη όταν οι διογκωμένοι λεμφαδένες και οι πόνοι στην κοιλιά, έκαναν τον παιδίατρο να χλωμιάσει και να τους παραπέμψει στο Θεαγένειο, το Θεαγένειο που ενώ βρισκόταν σχεδόν απέναντί τους, η Σοφία πάντα απέστρεφε το βλέμμα της. Τώρα, το νοσοκομείο θα γινόταν το σπίτι της αφού η Ελενίτσα διαγνώστηκε με μυελοβλαστική λευχαιμία.
Από το σπίτι στο Θεαγένειο και το αντίστροφο. Ατέλειωτα ξενύχτια, κρυφά κλάματα και παρακάλια στο Θεό να βοηθήσει την Ελενίτσα της. Η Σοφία μακάριζε τον Ηλία που τουλάχιστον δούλευε και ξεχνιόταν κι εκείνος μακάριζε τη Σοφία που περνούσε περισσότερες ώρες με την πριγκίπισσά του. 
Τον Ιούνιο του ’81 όταν δηλαδή οι συμμαθητές της Ελενίτσας τελείωσαν την Πρώτη Τάξη η Σοφία αποφάσισε πως η Ελενίτσα της έπρεπε να μάθει να διαβάζει κι εκείνη. Το είπε στην κυρία Αφροδίτη που ερχόταν κάθε εβδομάδα κι έβλεπε το παιδί κι εκείνη σαν να το περίμενε από καιρό, δέχτηκε με χαρά. Η Ελενίτσα ρούφηξε την ύλη μιας ολόκληρης χρονιάς σε λίγες εβδομάδες, εκπλήσσοντας τους πάντες και δίνοντας ελπίδες πως θα πήγαινε καλύτερα. Η Σοφία ήταν πεπεισμένη πως αν – αν! – η Ελενίτσα της έφευγε από κοντά τους, θα ήταν σημαδιακή μέρα και το 1981 μέχρι να φύγει τι σημαδιακές μέρες να είχε; 
Το παιδί ξεψύχησε ήσυχα στην αγκαλιά της Σοφίας και του Ηλία όπως ήσυχα έζησε, τα ξημερώματα της 18ης Οκτωβρίου 1981 και κηδεύτηκε φορώντας την μπλε ποδίτσα της το απόγευμα της ίδιας ημέρας. Το ίδιο βράδυ χαλούσε ο κόσμος από κορναρίσματα, φωνές, πανηγυρισμούς σ’ όλη τη Σαλονίκη, σε όλη την Ελλάδα. 
Η Ιωάννα την πήρε τηλέφωνο και της είπε χαρούμενη πως μια φοιτήτρια απάντησε στην αγγελία και θα ερχόταν το απόγευμα να δει το δωμάτιο για να συνεννοηθούν. Η Σοφία αφού πρώτα κλείδωσε το δωμάτιο της Ελενίτσας που μετά τον θάνατό της το διατηρούσε ακριβώς όπως ήταν με τις κούκλες, τα αρκουδάκια και τα παιχνίδια, κανονικό μαυσωλείο δηλαδή, άδειασε και συγύρισε το μικρό δωμάτιο που κάποτε ήταν ξενώνας. Το δωμάτιο είχε ένα μονό κρεβάτι, μια ντουλάπα, μια καρέκλα κι ένα τραπεζάκι από φορμάικα. Το κορίτσι που θα το νοίκιαζε θα πρέπει να ήταν πολύ φτωχό για να συμβιβαστεί όχι μόνο με το μικρό δωμάτιο μα και με τη συγκατοίκηση με μια 68χρονη γυναίκα.
Η Βίκυ ήταν φοιτήτρια στο Αριστοτέλειο όπου σπούδαζε δασκάλα. Η Σοφία την συμπάθησε καθώς ήταν κι αυτή μικροκαμωμένη και είχε ένα πρόσχαρο, παιδικό πρόσωπο. Η Βίκυ θα έδινε 150 ευρώ τον μήνα ενοίκιο στη Σοφία που ήταν καταχαρούμενη όχι μόνο με το ποσό που θα ενίσχυε τα οικονομικά της αλλά και με την παρέα που θα είχε στο σπίτι της. 
Έκαναν καλή παρέα, παρά την μεγάλη διαφορά ηλικίας, κοντά πενήντα χρόνια. Μαγείρευαν μαζί, έβλεπαν εκπομπές στην τηλεόραση, ψώνιζαν στο σούπερ μάρκετ, στο Ζάρα. Τη φρόντιζε όταν αρρώσταινε – μα ρουφούσε συνεχώς τη μύτη της! – κάνοντάς της σούπες και ζεστά ροφήματα, της έστυβε χυμούς στην εξεταστική.
Η Ιωάννα τις έβλεπε στο σούπερ μάρκετ και χαμογελούσε πλατιά ενώ η Αφροδίτη η δασκάλα με την οποία η Σοφία είχε κρατήσει φιλία και της συμπαραστάθηκε και στις δύο της απώλειες, την έβλεπε να είναι καλύτερα και χαιρόταν.
Την φρόντιζε την Βίκυ σαν… ναι, σαν παιδί της, σκέφτηκε μια μέρα. Κάπως έτσι θα ήταν και η Ελενίτσα της όταν μεγάλωνε ή μάλλον αν θα μεγάλωνε. Τα είπε όλα στη Βίκυ. Όλα. Τα είπε και ξαλάφρωσε και η Βίκυ ρουφούσε τη μύτη της συγκινημένη. Της έδειξε και το κλειστό δωμάτιο της Ελενίτσας, το Μαυσωλείο, όπως το χαρακτήριζε η Αφροδίτη που μάταια προσπαθούσε να πείσει και εκείνη και τον Ηλία να το ξεπεράσουν επιτέλους και να προχωρήσουν παραπέρα κάνοντας ένα παιδί. 
Προσπάθησαν είναι η αλήθεια. Μάταια. Η μήτρα της αρνιόταν να φιλοξενήσει άλλο παιδί κι έμενε άδεια σαν ένα μοναχό κι έρημο σπίτι που όλοι του οι ένοικοι χάθηκαν. Ίσως το διαρκές σοκ που βίωνε μόνιμα η Σοφία μετά τον χαμό του παιδιού της, ίσως – κατά την εξήγηση της ίδιας – το ότι έσμιγαν με τον Ηλία ανόρεχτα, δεν μπόρεσαν να κάνουν άλλο παιδί. 
Δεν ήξερε πολλά για την Βίκυ. Ήξερε πως ήταν από μακριά, από ένα χωριό της Μεσσηνίας και οι γονείς της ήταν φτωχοί αγρότες. Δεν είχε αδέλφια ούτε κάποιο αγόρι. Η Σοφία την μάλωνε τρυφερά που δεν έκανε κάποια προσπάθεια να δημιουργήσει μια σχέση – τι της έλειπε δηλαδή; Κατά βάθος όμως δεν την ήθελε δεσμευμένη, την ήθελε να έχει χρόνο μόνο για τις δυο τους κι από μέσα της ευχόταν να καθυστερήσει στις σπουδές της για να την έχει κοντά της περισσότερο χρόνο.
Η Βίκυ γύρισε από τις χριστουγεννιάτικες διακοπές στις αρχές Ιανουαρίου. Την περίμενε η Σοφία με ανυπομονησία καθώς όλες τις γιορτές ήταν πάλι μόνη της, με εξαίρεση τις φορές που βγήκε με την Αφροδίτη. Στις 10 του μηνός δεν εμφανίστηκε καθόλου στο σπίτι. Αργά το βράδυ, αποφάσισε να την πάρει τηλέφωνο στο κινητό – το είχε κλειστό. Δεν κοιμήθηκε καθόλου και ξημερώνοντας, πήρε τηλέφωνο στο ΑΧΕΠΑ, στο Ιπποκράτειου, στο Παπανικολάου. Κατά το μεσημέρι, τηλεφώνησε στους δικούς της, στο χωριό. Το τηλέφωνο αντιστοιχούσε σε εταιρεία ταξί - καμία σχέση με τους γονείς της Βίκυς. Την έζωσαν τα φίδια. Τελικά τηλεφώνησε στην αστυνομία. Η αστυνομικός στο τηλέφωνο την ρώτησε για την σχέση που είχε με την Βίκυ κι όταν εκείνη εξήγησε, η αστυνομικός της είπε πως η Βίκυ συνελήφθη για χρήση και εμπορία κοκαΐνης. 
Έκλεισε το τηλέφωνο και κοίταξε το ημερολόγιο στον τοίχο. Άνοιξε την τηλεόραση στις ειδήσεις. Τα ίδια και τα ίδια, σήμερα δεν συνέβη κάτι ιδιαίτερο, κάτι σημαδιακό, πώς ήταν δυνατό ο κόσμος όλος να σταμάτησε, έτσι, δίχως να τη ρωτήσει; Κάποιο λάθος θα έγινε, η Βίκυ δεν ήταν για ναρκωτικά και τέτοια πράγματα, εκείνη δεν κάπνιζε ούτε τσιγάρο, άσε που ήταν αλλεργική σε τέτοια δηλητήρια, η μύτη της έτρεχε συνέχεια. Θα πήγαινε να την βρει, θα πλήρωνε δικηγόρο, ναι, αυτό θα έκανε. Έτρεξε στο σύνθετο, πήρε τον τόμο της εγκυκλοπαίδειας, τον άνοιξε στο «Ελένη» και δεν είδε τίποτα. Ούτε στο «ελέφαντας» ούτε στο «ελικόπτερο» ούτε στο «Ελλάδα». Ένα μαύρο χταπόδι άπλωσε ένα πλοκάμι κι έσφιξε τον λαιμό της. Δεν είναι για τα λεφτά, ποιος τα λογαριάζει, δεν είναι γι αυτό.
Ένα δεύτερο πλοκάμι απλώθηκε κι άρπαξε την καρδιά της. Ας της τα ζητούσε τα λεφτά, θα της τα έδινε όλα, όλα. 
Ένα τρίτο έζωσε το κεφάλι της. Έμεινε πάλι μόνη της, έρημη, ρημαγμένη.
Άκουσε την πόρτα να ανοίγει από μέσα. Γύρισε και είδε τον Λια της και την Ελενίτσα τους να της γνέφουν να πάει μαζί τους έξω. 
Άφησε την εγκυκλοπαίδεια να πέσει κάτω κι έτρεξε ελαφροπατώντας προς την πόρτα.

Σάββατο 27 Ιανουαρίου 2018

Το Νεραϊδόρεμα

Όσοι με γνωρίζουν με χαρακτηρίζουν κρυουλιάρη. Πραγματικά, τον χειμώνα φοράω τρία με τέσσερα στρώματα ρούχα ενώ το καλοκαίρι μες στον καύσωνα κυκλοφορώ με μακρυμάνικο πουκάμισο. Στο σπίτι είμαι με μάλλινη μπλούζα, διαφορετικά θα ήθελα μια περιουσία για θέρμανση.
Δεν ήμουν πάντα έτσι. Ούτε και κοιμόμουν τα βράδια με αναμμένο φωτάκι και ωτασπίδες. Τις δύο τελευταίες συνήθειες τις γνωρίζουν μόνο η γυναίκα μου και τα παιδιά μου, όχι όμως και την αιτία και των τριών τους, που γεννήθηκαν επώδυνα τριάντα πέντε χρόνια πριν – και βάλε.
Ήμουν ο τελευταίος φαντάρος του Ελληνικού Στρατού, όπως λέγαμε τότε τον στρατιώτη που δεν είχε κάποια ιδιαίτερη ειδικότητα. Αυτό δεν ήταν κακό, κάθε άλλο. Ήσουν απαλλαγμένος από ευθύνες, άρα και ποινές, ενώ τα καθήκοντά σου ήταν τα στοιχειώδη, όπως σκοπιές, αγγαρείες, κλπ. 
Στη μονάδα μου είχαμε έναν λοχία, τον Πάνο. Ήταν ένα κοντόσωμο δεκαεννιάχρονο παιδί από μια κωμόπολη της Πελοποννήσου. Ο Πάνος ήταν φιλότιμος, εργατικός, τυπικός. Καθώς ήταν πολύ μακριά από το σπίτι του, ο Πάνος δεν έπαιρνε πολλές εξόδους και ήταν μονίμως σχεδόν μέσα στο στρατόπεδο. Δεν κάναμε πολλή παρέα, αν και μιλούσαμε συχνά, τις περισσότερες φορές μέσα στο ΚΨΜ, ενώ παίζαμε πού και πού και κάποια ματς πινγκ πονγκ. Ήμασταν ίδια σειρά με τον Πάνο κι αυτό μας έδενε με κάποιον τρόπο – πάντα με αποκαλούσε «σειρούλα» και όχι με το όνομά μου. Οι κουβέντες μας ήταν μόνο φανταρίστικες αφού ο Πάνος έχοντας με τα χίλια ζόρια τελειώσει ένα Γυμνάσιο, δεν ενδιαφερόταν για τίποτε παραπάνω πέρα από τον τόπο του, όπου και το μπακάλικο του πατέρα του το οποίο θα το μετέτρεπε εκείνος σε μίνι μάρκετ όταν με το καλό απολυόταν.
Στην πραγματικότητα, ο Πάνος είχε κι ένα άλλο, έντονο ενδιαφέρον. Του άρεσε πολύ η ερωτική τέχνη, για να το θέσω κομψά. Όποιο σχετικό περιοδικό της εποχής κυκλοφορούσε από χέρι σε χέρι και από θάλαμο σε θάλαμο, ο Πάνος ήταν ο πρώτος ιδιοκτήτης και… χρήστης. Ταρατατά, Ζάκουλα, Καζανόβας, Μοντατόρε, Διάβασέ με και άλλα παρόμοια, σχημάτιζαν την φανταρίστικη βιβλιοθήκη του λόχου με τον Πάνο επίτιμο βιβλιοθηκάριο. 
Ο Πάνος όμως δεν περιοριζόταν στην έντυπη εκδοχή αυτής της τέχνης. Ήταν παρών σε κάθε προβολή ερωτικής ταινίας που πρόβαλλε πού και πού ο κινηματογράφος της μικρής πόλης που βρισκόταν το στρατόπεδό μας. Ταινίας που στη συνέχεια ο Πάνος την ανέλυε εμβριθώς και σε κάθε λεπτομέρεια, σαν να ήταν κριτικός κινηματογράφου σε έντυπο παγκοσμίου εμβέλειας. Καθώς εκείνη την εποχή τα «έξυπνα» κινητά τηλέφωνα ανήκαν στη σφαίρα της επιστημονικής φαντασίας η μόνη πηγή απόλαυσης αυτής της τέχνης ήταν το συνένοχο κλείσιμο του ματιού στον περιπτερά ή η είσοδος με χίλιες προφυλάξεις στα ενδότερα κάποιου σινεμά που προέβαλλε τέτοιες ταινίες. Φυσικά εμείς τότε, σαν φαντάροι, ήμασταν αποενοχοποιημένοι, αφού κρυβόμασταν όλοι πίσω από την χακί στολή.
Με τον Πάνο βγήκαμε μαζί μερικές φορές περίπολο. Ίσως να ήταν ο μόνος υπαξιωματικός που ακολουθούσε επακριβώς το τρίωρο δρομολόγιο και δεν λουφάριζε κάπου. Εμένα δεν με ένοιαζε, αφού προτιμούσα την βόλτα από το αραλίκι.
Θυμάμαι τον χρόνο, τον μήνα, την ημέρα και την ώρα που βγήκαμε με τον Πάνο για τελευταία φορά περίπολο.
Νύχτα καλοκαιριάτικη ήταν, με ένα φεγγάρι να φωτίζει το δάσος. Ήμασταν τελευταίο περίπολο, 3-6 στο φυλάκιο κοντά στο δάσος. Το φυλάκιο ήταν επανδρωμένο με έναν δόκιμο, δύο υπαξιωματικούς κι έξι στρατιώτες. Η διαδρομή του περιπόλου ήταν Φυλάκιο – Πηγές – Νεραϊδόρεμα – Σταυρός- Αη Λιας και πίσω, στο φυλάκιο. Τα τοπωνύμια μας ήταν γνωστά, ενώ γνωρίζαμε άριστα τη μορφολογία του εδάφους. Περπατούσαμε στο δάσος αμίλητοι. Ο Πάνος σπάνια ξεκινούσε συζήτηση από μόνος του κι εγώ δεν είχα όρεξη για κουβέντα. Περάσαμε τις Πηγές και κατευθυνόμασταν στο Νεραϊδόρεμα. Σε όλη την πορεία μασουλούσα αργά ένα ξερό κουλούρι κι ήθελα να κάνω ένα τσιγάρο. Όταν φτάσαμε κοντά στο Νεραϊδόρεμα, ζήτησα από τον Πάνο μια στάση για να καπνίσω. Εκείνος συμφώνησε. Καθίσαμε και οι δύο, εκείνος σε μια πέτρα κι εγώ βολεύτηκα πίσω του, ακουμπώντας την πλάτη μου σε μια πελώρια καστανιά.
Πολύ λίγο αργότερα και μέσα στην ησυχία του δάσους, άκουσα τον Πάνο να σηκώνεται. Από τα βήματά του, κατάλαβα πως κατευθύνονταν ίσα στο ρέμα. Γύρισα το κεφάλι μου να δω, μα ο κορμός του μεγάλου δέντρου έκρυβε τη θέα. Έστριψα το σώμα μου και είδα.
Μέσα στο Νεραϊδόρεμα ήταν μια ολόγυμνη νέα γυναίκα και φαινόταν πως λουζόταν. Είχε στραμμένη την πλάτη της σε εμάς και φαινόντουσαν μόνο τα μακριά μαλλιά και βέβαια, η πλάτη και οι γλουτοί της. Είχε νεανικό και πολύ όμορφο σώμα. Ο Πάνος τραβούσε κατευθείαν επάνω της σαν υπνωτισμένος. Πέταξα αμέσως το τσιγάρο και βάζοντας βιαστικά το Μ1 στήριγμα, προσπάθησα να σηκωθώ. Το κοντάκι του όπλου όμως ακουμπούσε σε πέτρα η οποία αναποδογύρισε ρίχνοντάς με κάτω, πάλι πίσω από το δέντρο – και τότε συνέβησαν τα αδιανόητα.
Άστραψε σκοτάδι – ναι, άστραψε. Μόνο έτσι μπορώ να περιγράψω το σκοτάδι που πλάκωσε το δάσος για ένα δυο δευτερόλεπτα, όσο διαρκεί δηλαδή και μια έκλαμψη φωτός.
Κρύο απότομο, πολύ, αφόρητο, αβάσταχτο. Κρύο που αν διαρκούσε λίγο περισσότερο από τα δυο τρία δευτερόλεπτα που κράτησε, θα αφάνιζε κάθε ζωή στο δάσος – κι εμένα μαζί.
Απόκοσμο μουγκρητό. Ήχος που αποκλείεται να βγήκε από λαρύγγι πλάσματος αυτού του κόσμου. Μουγκρητό που κανείς τεχνικός των υπερσύγχρονων κινηματογραφικών εφέ δεν πρόκειται να δημιουργήσει.
Σχεδόν ταυτόχρονα, ακούστηκε η ριπή του Τόμσον. Ο Πάνος είχε αδειάσει τον εικοσάρη γεμιστήρα του όπλου. Ήταν το τελευταίο πράγμα που έκανε συνειδητά.
Πεσμένος στο χώμα, τρέμοντας από το κρύο και τον φόβο, όπλισα το Μ1. Έρποντας έκανα τον γύρο του δέντρου και ξεμύτισα με το όπλο προτεταμένο. Είδα τον Πάνο όρθιο, στο ίδιο σχεδόν σημείο που τον είδα πριν ελάχιστα δευτερόλεπτα με το Τόμσον πεσμένο στο έδαφος να καπνίζει από την κάννη του. Σηκώθηκα όρθιος, τον πλησίασα και τον είδα. Το στόμα του ήταν στραβό, παγωμένο σε έναν απαίσιο μορφασμό ενώ δάκρυα, μύξες και σάλια έτρεχαν στο παραμορφωμένο του πρόσωπο. Κάτω του ξεχώριζε μια πελώρια στύση, μούσκεμα στο σπέρμα.
Η κοπέλα δεν ήταν πουθενά. Το νεραιδόρεμα ήταν σε μεγάλο ξέφωτο, ο χρόνος δεν επαρκούσε να κρυφτεί – τότε πού ήταν;
Τρελός από φόβο, με το μουγκρητό ακόμη στα αυτιά μου, τρέμοντας από το κρύο – αν και η θερμοκρασία στο δάσος ήταν τώρα φυσιολογική – και με ριπές σκότους στα μάτια μου, πέταξα πλάι μου το όπλο μου, έπεσα στα γόνατα δίπλα στον ακίνητο Πάνο και ξέσπασα σε λυγμούς. Λυγμούς που αντί να με ξαλαφρώσουν με έκαναν χειρότερα. Κάποια στιγμή πήρα το Μ1 από δίπλα μου. Θυμάμαι πως το κοίταζα με απάθεια, όπως με απάθεια έβγαλα την ασφάλεια και το έφερα κάτω από το σαγόνι μου. 
Δυο χέρια άρπαξαν το τουφέκι και άλλα τέσσερα άρπαξαν εμένα. Ο σκοπός του φυλακίου άκουσε την ριπή, ξύπνησε τους άλλους και ήρθαν τρέχοντας. Πρέπει να ήμουν αρκετή ώρα έτσι για να προλάβουν να έρθουν. 
Το επόμενο που θυμάμαι είναι το Στρατιωτικό Νοσοκομείο. Οι γονείς μου ήρθαν άρον άρον να με δουν. Ο γιατρός τους καθησύχασε λέγοντάς τους πως απλά έπαθα νευρικό κλονισμό βλέποντας τον λοχία σ’ αυτά τα χάλια. Τις πρώτες ημέρες κολυμπούσα σε ένα ευχάριστο, ζεστό ζελέ και όλες μου οι αισθήσεις ήταν σε καταστολή, προφανώς από τα ηρεμιστικά που μου έβαζαν. Σιγά σιγά ξαναγύρισα στον κόσμο. Δε θα ήμουν ποτέ όμως ο ίδιος άνθρωπος.
Όταν συνήλθα πλήρως, ήρθε η Στρατονομία. Ο Λοχαγός που θα έπαιρνε κατάθεση ήταν ένας εύθυμος, γελαστός άνθρωπος. Το πρώτο που τον ρώτησα ήταν για τον Πάνο. Δε μάσησε τα λόγια του. Ο Πάνος για κάποιο λόγο σάλεψε και δεν υπήρχε περίπτωση να επανέλθει.
Όταν με ρώτησε για το περιστατικό, του είπα τα πάντα εκτός από την κοπέλα. Τι να του έλεγα δηλαδή; Πως ο Πάνος έγινε έτσι επειδή είδε μια νεράιδα; Νεράιδα; Κατευθείαν τρελόχαρτο και μετά τέλος ο διορισμός μου και τζάμπα οι σπουδές μου. Με έκπληξή μου διαπίστωσα πως ο Λοχαγός δεν επέμεινε σε λεπτομέρειες και αρκέστηκε στην κατάθεσή μου. Τα στοιχεία όμως έδειχναν όπως έμαθα αργότερα πως οι σφαίρες του Τόμσον έφυγαν ίσια, πράγμα που σημαίνει πως ο Πάνος το κρατούσε σταθερά και με τα δύο χέρια. Κάποιον ή κάτι σημάδευε – πώς γίνεται να το κάνει με εγκεφαλικό; Δεν ενδιέφερε κανέναν να διερευνηθεί το θέμα. Ο λοχίας Παναγιώτης Κ. έπαθε κάτι σαν εγκεφαλικό – και τέλος. 
Πήρα δέκα μέρες αναρρωτική. Όταν γύρισα στο Τάγμα ευχαρίστησα τα παιδιά του φυλακίου που με έσωσαν κάνοντάς τους το τραπέζι σε ταβέρνα της περιοχής. Απολύθηκα, χαθήκαμε. Διορίστηκα, παντρεύτηκα, έκανα παιδιά. 
Ξαναείδα τον Πάνο, είκοσι χρόνια αργότερα. Πήγαμε διακοπές οικογενειακώς στην Πελοπόννησο. Η κωμόπολη του Πάνου απείχε περίπου είκοσι χιλιόμετρα από το ξενοδοχείο. Ένα μεσημέρι που αποκαμωμένοι η γυναίκα και τα παιδιά από τον ήλιο και τη θάλασσα κοιμόντουσαν, πήρα το αμάξι και πήγα . Βρήκα το μπακάλικο του πατέρα του που ποτέ δεν έγινε μίνι μάρκετ. Μπήκα μέσα να ψωνίσω τάχα. Τα πόδια μου κοπήκαν όταν τον αντίκρισα. Καθόταν σε μια γωνιά και κοίταζε το κενό. Μια γυναίκα που από την προφορά της κατάλαβα πως ήταν Αλβανή καθόταν στο ταμείο και διάβαζε ένα κουτσομπολίστικο περιοδικό. Ψώνισα μερικά πράγματα στην τύχη και πλησίασα τον Πάνο. Δε μου έδωσε σημασία κι εγώ έσκυψα στο στραβωμένο του πρόσωπο.
-Γεια σου λοχία, τι κάνεις; Με θυμάσαι; του είπα ψιθυριστά σχεδόν.
-Δε μιλάει, ούτε ακούει, άστον, είπε η γυναίκα του ταμείου.
Με τρεμάμενα πόδια και με βουρκωμένα μάτια σηκώθηκα να φύγω.
Τότε ξαφνικά με άρπαξε, έφερε το πρόσωπό του μπροστά στο δικό μου και ούρλιαξε ψιθυριστά, γεμίζοντάς με σάλια:
-Χίλια χρόνια! Χίλια χρόνια με κράτησε η καταραμένη στο ρέμα! Χίλια χρόνια κρύο, σκοτάδι και φωνές! Της ξέφυγα όμως, ε σειρούλα;
Με χτύπησε κεραυνός. Όχι μόνο μίλησε αλλά και με γνώρισε!
Πετάχτηκα πίσω τόσο βίαια που έπεσα πάνω σε ένα ράφι γκρεμίζοντας κάτι κονσέρβες. Η Αλβανή άφησε τον πάγκο και ήρθε κοντά καλύπτοντας από την ταραχή της το στόμα της με τα δυο της χέρια. Κάτι έλεγε στα Αλβανικά πολύ ταραγμένη κοιτάζοντας τον Πάνο που, ατάραχος τώρα, ξανακάθισε στη θέση του και ξανακοίταζε το πουθενά. 
Έφυγα τρέχοντας και τρέμοντας. Μετά βίας οδήγησα πίσω στο ξενοδοχείο όπου κατέβασα δύο λεξοτανίλ που πάντα έχω μαζί μου. Οι δικοί μου κοιμόντουσαν ακόμη. Τους ζήλεψα.
Πέρασαν από τότε τρεισήμισι δεκαετίες. Η νεράιδα – γιατί τι άλλο ήταν; - η νεράιδα που αιχμαλώτισε το μυαλό του δύστυχου Πάνου για χίλια χρόνια και μετά το σκότωσε, δεν έκανε και σε μένα το ίδιο χάρις στο σκουντούφλημα του Μ1.
Μου άφησε όμως τρία κουσούρια.
Κρυώνω διαρκώς από τότε, δεν μπορώ το σκοτάδι και, τέλος, βάζω ωτασπίδες στο κρεβάτι επειδή την ώρα που με παίρνει ο ύπνος, κάθε ήχος θυμίζει το Μουγκρητό. Η γυναίκα μου και τα παιδιά μου, τα εκλαμβάνουν ως ιδιοτροπία ή το πολύ πολύ φοβία. Δεν τους έχω μιλήσει ακόμη και μάλλον δε θα τους το πω ποτέ…

Τετάρτη 24 Ιανουαρίου 2018

Χρυσάφι στο μανίκι



Κάπως έτσι θα ήμουν εγώ όταν θα μεγάλωνα κι αφού αποφοιτούσα από την σχολή εμποροπλοιάρχων βέβαια. Ήταν ο Αποστόλης – ποιος άλλος; - που μου είχε φουσκώσει τα μυαλά να γίνω καπετάνιος, εκεί γύρω στα ΄73 – 74.
«Μαλάκα τέτοια τσιγάρα θα πρέπει να καπνίζουμε» απεφάνθη με ύφος ταλαιπωρημένου γεροθαλασσόλυκου. 
Ζήτημα ήταν αν καπνίζαμε καναδυό πακέτα τον μήνα, πακέτα που τα έκρυβα επιμελώς στα βάθη της σχολικής μου τσάντας, πάντα όμως διαφορετικής μάρκας. Κυριολεκτικά, κάπνισα όποια μάρκα κυκλοφορούσε στα περίπτερα μεταξύ 1973-1979 πριν καταλήξω δηλαδή ολοκληρωμένος καπνιστής με σταθερή μάρκα.
Αυτά λοιπόν τα τσιγάρα θα έπρεπε να καπνίζω, αν ήθελα να γίνω σωστός κι ολοκληρωμένος καπετάνιος..
Θα γύριζα όλο τον κόσμο, θα είχα σε κάθε λιμάνι κι από μια γυναίκα, θα έβγαζα πολλά λεφτά. Μπορεί – γιατί όχι; – να γινόμουνα καπετάνιος σε κρουαζερόπλοιο. Η στολή μου θα τραβούσε αν μαγνήτης τις γυναίκες που θα ζητούσαν τη συντροφιά ενός έμπειρου και περιπετειώδους άνδρα.
Ο Αποστόλης είχε έναν – θείο – του –ξαδέρφου – του κουνιάδου – του μπαμπά του που ήταν καπετάνιος και του φούσκωνε κι εκείνου τα μυαλά με ναυτικές περιπέτειες και κατορθώματα που έκανε στο παρελθόν πριν καταλήξει πλοίαρχος σε φέρυ της γραμμής Πειραιά – Σαλαμίνας.
«Αμ το άλλο ρε πού το βάζεις;» έλεγε ο Αποστόλης. «Οι καπετάνιοι κονομάνε τόσα, που μετά τα σαράντα βγαίνουν στη στεριά με μια μεγάλη σύνταξη και πολλά λεφτά για να κάνουν ό,τι γουστάρουν».
Μετά τα σαράντα! Τι να τα κάνω τα λεφτά όταν θα γερνούσα, εγώ τα ήθελα όσο ήμουνα νέος, σκεφτόμουν με το δεκατετράχρονο μυαλό μου. Αλλά για να το λέει ο Αποστόλης…
Ονειρευόμασταν ένα λαμπρό μέλλον που ένα χρυσό σιρίτι στο μανίκι θα μας έφερνε λεφτά, περιπέτειες, γυναίκες. Καπνίζαμε λοιπόν κι ονειρευόμασταν, ονειρευόμασταν και καπνίζαμε - Old Navy φυσικά.
Ούτε ο Αποστόλης ούτε κι η αφεντιά μου γίναμε καπετάνιοι τελικά. Δε θα μπορούσα ποτέ να κάνω αυτή τη δουλειά, κατ’ αρχήν επειδή είμαι τόσο χασοδρόμης που το GPS στο αυτοκίνητο τις περισσότερες φορές έχει αναφέρει «Η διαδρομή σας υπολογίζεται ξανά» παρά «Φτάσατε στον προορισμό σας». Άσε που θα με έπιαναν οι φοβίες και οι ανασφάλειές μου καταμεσής στο πουθενά, χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά από τον πολιτισμό.
Τελικά, για να παραφράσω και τον ποιητή, ακόμα και χωρίς «χρυσάφι στο μανίκι», το βρήκα το στρατί της ζωής.

Το άρωμα


Λοιπόν, έξυνες με το νύχι σου μια μικρή επιφάνεια στη σελίδα της διαφήμισης και μύριζες το άρωμα. Είχα και τα τρία αρώματα σε σπρέι αλλά το μεγάλο μου πρόβλημα ήταν ποιο από τα τρία να βάλω – το τέταρτο, το «Φρη μαν» κυκλοφόρησε αργότερα, όταν οι ιδέες που κουβαλούσα πάνω στην τρέλα της εφηβείας, μου απαγόρευαν τέτοιες συνήθειες.
Λοιπόν, να έβαζα «Ιντεπέντεντ», για να είμαι δυναμικός ή να έβαζα «Λε Μαν» για να γίνω επιτυχημένος; Ο τύπος που παίζει γκολφ και είναι δυναμικός μου κάνει, ο δεύτερος, ο επιτυχημένος, μου φαινόταν γέρος.
Μήπως πάλι να γινόμουν ο «Μπάτσελορ», ο αδέσμευτος δηλαδή και που με το λάγνο βλέμμα πάνω από τα γυαλιά κεραυνοβολούσε τις γυναίκες;
Εννοείται βέβαια πως και τα τρία (φτηνά και χαμηλής ποιότητας) αρώματα δε με ενδιέφεραν – με ενδιέφερε η περσόνα που αντιστοιχούσε στο κάθε άρωμα και που το δεκατριάχρονο μυαλό μου πίστευε πως βάζοντας το άρωμα θα μεταμορφωνόμουν, άσε που θα γινόμουν δυο φορές άνδρας σύμφωνα με το σλόγκαν. Πού να ήξερα πως το αντριλίκι είναι κάτι πολύ μεγαλύτερο από μερικές σταγόνες σπρέι.
Τελικά ούτε δυναμικός, ούτε επιτυχημένος, ούτε αδέσμευτος έγινα – δε βαριέσαι. Δυναμικός δεν είμαι από χαρακτήρα, επιτυχημένος με τον τρόπο που προβάλλει η διαφήμιση, να μου λείπει. Όσο για αδέσμευτος, ούτε για αστείο, δε την μπορώ τη μοναξιά.

Μόνο να, θα ήθελα να ξαναμυρίσω λίγο από αυτό το σπρέι.

Τετάρτη 27 Δεκεμβρίου 2017

Ραγισμένη καρδιά

Ο Αντώνης γεννήθηκε το 1947 σε μια μικρή κωμόπολη της Πελοποννήσου αλλά έζησε ολόκληρη σχεδόν τη ζωή του στην Αθήνα από τότε που πέρασε στο Φυσικό. Εκεί γνώρισε και τη Μαίρη που εργαζόταν πωλήτρια σε μαγαζί με ρούχα. Η Μαίρη ήταν ένα μικροκαμωμένο κορίτσι λίγο κάτω από τα είκοσι. Ήταν από μια πάμφτωχη αγροτική οικογένεια, από ένα χωριό της Αττικής. Συνδέθηκαν με μια σχέση που δεν ήταν από εκείνες που βλέπει κανείς στο σινεμά ή διαβάζει σε μυθιστορήματα. Ήταν μια σχέση ήρεμη, γήινη, χωρίς εξάρσεις. Μόλις εκείνος πήρε το πτυχίο του παντρεύτηκαν και αμέσως μετά στρατεύτηκε. Υπηρέτησε σχεδόν όλη τη θητεία του στην Αθήνα, στο Γενικό Επιτελείο, καθότι πτυχιούχος Πανεπιστημίου. Στη διάρκεια της θητείας του έχασε και τους δυο γονείς του. Ξεπούλησε τη μικρή περιουσία που είχαν κι έκοψε κάθε επαφές με συγγενείς.
Όταν απολύθηκε, έπιασε δουλειά σε ένα φροντιστήριο. Την Μαίρη την έδιωξαν από το μαγαζί που δούλευε, επειδή ο κύριος Μάκης, το αφεντικό της, φοβόταν πως θα μείνει έγκυος και θα πλήρωνε άδειες και τα ρέστα. Η Μαίρη έφυγε με ανακούφιση, αφού ο κύριος Μάκης δε θα την ξαναβίαζε.
Μερικές φορές, όταν το μαγαζί δεν είχε κόσμο και πλησίαζε η ώρα για να κλείσουν, ο κύριος Μάκης χούφτωνε τον καβάλο του και την πλησίαζε. Την ξεπαρθένεψε την πρώτη εβδομάδα που την πήρε στη δουλειά. Εκείνη δεν αντιστάθηκε, παρά μόνο τον κοίταζε κατακόκκινη από αμηχανία και ντροπή. Από τότε τη βίασε πολλές φορές, κάνοντας σ’ αυτήν αυτά που η γυναίκα του δεν τον άφηνε να κάνει. Αυτό που τη γέμιζε ενοχές όμως, ήταν πως μερικές φορές το ευχαριστιόταν. Εκείνες τις φορές τριβόταν τόσο πολύ με το σφουγγάρι στο μπάνιο που στο σώμα της άνθιζαν μικρά εγκαύματα. Ο κύριος Μάκης βέβαια δε νοιαζόταν γι αυτά και είχε τη συνείδησή του ήσυχη, αφού πλήρωσε από την τσέπη του τις τέσσερις αμβλώσεις καθώς και την παρθενορραφή για να δοθεί η Μαίρη άσπιλη την πρώτη νύχτα του γάμου της. Εκείνη λαχταρούσε πάντα να κάνει στο κρεβάτι με τον άντρα της αυτά που με το ζόρι την έβαζε να κάνει ο κύριος Μάκης αλλά βέβαια δεν τόλμησε ποτέ να του τα ζητήσει. Όταν έμεινε έγκυος, ο κόσμος της Μαίρης γέμισε ξαφνικά χρώματα. Σε όλη τη διαδρομή από το ΙΚΑ μέχρι το σπίτι, η Αθήνα τής φάνηκε σαν σκηνικό από μιούζικαλ, σαν αυτά που έβλεπε στον κινηματογράφο. Το είπε στον Αντώνη ολόχαρη, μα εκείνος σκοτείνιασε. Δε μας φτάνουν τα λεφτά, πώς θα τα βγάλουμε πέρα, να διοριστώ πρώτα, έχουμε καιρό μπροστά μας. Η πέμπτη άμβλωση την άφησε στέρφα. Δεν έφταιγε ο γιατρός – ήταν ο ίδιος που της έκανε τις άλλες τέσσερις και φυσικά έκαναν πως δε γνωρίζονταν – την είχε προειδοποιήσει. Μαράθηκε στα είκοσι τέσσερα μόλις χρόνια της και είκοσι χρόνια αργότερα πέθανε.
Ήταν τυχερός ο Αντώνης, διορίστηκε αμέσως μετά την Μεταπολίτευση σε Γυμνάσιο της Αθήνας. Όλα αυτά τα χρόνια ζούσανε καλά χάρη στα ιδιαίτερα μαθήματα που έκανε και στη φήμη που απέκτησε επειδή πολλές φορές «έπιανε» τα θέματα των εξετάσεων στο Πανεπιστήμιο. Αγόρασαν διαμέρισμα, αυτοκίνητο, ένα μικρό εξοχικό στην Ανάβυσσο για τα καλοκαίρια, ζούσαν μια άνετη ζωή. Δε συζήτησαν ποτέ το θέμα του παιδιού. Η Μαίρη δεν ξανάπιασε δουλειά, ασχολιόταν με τα οικιακά και με το να κερατώνει τον Αντώνη. Όλη η πίκρα, η στενοχώρια, η καταπιεσμένη θλίψη της, διοχετεύτηκε στο να κάνει σεξ με πολλούς ευκαιριακούς εραστές. Ζούσαν μια τυπική συζυγική ζωή, χωρισμένοι στην ψυχή και στο σώμα. Εκείνος ξέδινε περιστασιακά με πόρνες κι εκείνη ξετίναζε τους εραστές της και συνέχιζε να μαραίνεται.
Η Μαίρη πέθανε στον Άγιο Σάββα από καθολικό καρκίνο στα σαράντα τρία της. Λίγους μήνες από τη διάγνωση ήταν ένας σάκος από κόκαλα. Ο Αντώνης όλους αυτούς τους μήνες δεν έφυγε από κοντά της. Τις νύχτες της χημειοθεραπείας κοιμόταν δίπλα της στην καρέκλα, τις ημέρες του πόνου κρατούσε το χέρι της απαλά και το φιλούσε τρυφερά, τις τελευταίες μέρες που έμεινε τυφλή της διάβαζε περιοδικά. Πέθανε ήσυχα, σε κώμα που είχαν προκαλέσει τα ισχυρά παυσίπονα, κρατώντας του το χέρι. Τον είχε συγχωρέσει τον Αντώνη – δεν συγχώρεσε όμως τον εαυτό της.
Μετά την κηδεία γύρισε σπίτι και κάθισε στο σκοτάδι. Ζητούσε απελπισμένα μια παρηγοριά. Μια παρηγοριά για μια ζωή που πέρασε από μπροστά του, γλίστρησε και του ξέφυγε χωρίς να το καταλάβει. Ξένος ο Αντώνης μεταξύ ξένων, αφού δεν άφησε κανέναν να του αγγίξει την ψυχή, κανέναν. Οι γονείς του, οι συμμαθητές, οι συμφοιτητές – μα δε θυμόταν κανέναν! – οι συνάδελφοι, οι μαθητές, η επιστήμη του η ίδια, πέρασαν από μπροστά του σαν ένα κινούμενο ταμπλώ βιβάν κι εκείνος απλά παρακολουθούσε. Δεν ήταν κακός άνθρωπος ο Αντώνης, ούτε στριφνός και απόμακρος. Όσοι τον γνώριζαν είχαν κι ένα καλό λόγο να πουν. Ίσως κάτι να πήγε στραβά πολύ νωρίς σ’ αυτόν, ποιος ξέρει. Σηκώθηκε, άνοιξε το ντουλάπι κι έπιασε το μπουκάλι με το ουίσκι.
Οι γείτονες το κατάλαβαν από τη μυρωδιά. Οι πυροσβέστες έσπασαν τη θωρακισμένη πόρτα και τον βρήκαν. Ηρεμιστικά, υπνωτικά και αλκοόλ είναι θανατηφόρος συνδυασμός. Οι συνάδελφοι και γνωστοί του, συμπέραναν πως «ράγισε η καρδιά του».

Δευτέρα 23 Οκτωβρίου 2017

Η προσφορά


Από μικρός ήταν ευλογημένος από τη Μεγάλη Θεά. Έφτιαχνε όμορφα πράγματα από πέτρα και πηλό που τα μοιραζόταν με τους ανθρώπους του οικισμού. Κάθε φορά που μια Μητέρα θα έφερνε έναν ακόμα άνθρωπο στη ζωή, έφτιαχνε από πηλό το ομοίωμά της και της το χάριζε για να βοηθηθεί στη γέννα. 
Η Σεβάσμια Μητέρα του οικισμού τον καθοδηγούσε, τον ενθάρρυνε και τον παίνευε σε κάθε ευκαιρία. Τα έργα του τα θαύμαζαν όλοι καθώς αυτά τιμούσαν τη Μεγάλη Θεά που τους προστάτευε. 
Ο οικισμός ήταν αραιοκατοικημένος στην κορυφή του λόφου και αποτελούνταν από μικρά σπιτάκια κατασκευασμένα από πέτρες και πλιθιά κι έχοντας δάπεδα από πατημένο πηλό. Καλλιεργούσαν τη γη εξασφαλίζοντας τα απαραίτητα κι έβοσκαν τα ζώα τους στους γύρω χαμηλούς λόφους. Η Μεγάλη Θεά φρόντιζε να κρατάει σταθερούς τους κύκλους της γονιμότητάς της και να τους χαρίζει τα αγαθά της: σιτάρι, μπιζέλια, φακές, σύκα, βελανίδια. Ο ίδιος καλλιεργούσε το μικρό μέρος γης που του αναλογούσε ενώ τα δυο του πρόβατα, έδιναν πολλά και ζητούσαν λίγα. Όταν τελείωνε τις δουλειές του, έφτιαχνε τα μικρά του πήλινα τεχνουργήματα για τα οποία όλος ο οικισμός τον θαύμαζε και τον σεβόταν. Ήταν ευχαριστημένος, δε ζητούσε τίποτε περισσότερο από τη ζωή του.
Σήμερα όμως δεν αισθανόταν καθόλου καλά. Το κεφάλι του πονούσε, ο λαιμός του ήταν πρησμένος και το πυρωμένο σώμα του συγκλονιζόταν από ρίγη. Η Μητέρα που τον φρόντιζε, έβρεχε με ένα μουσκεμένο κομμάτι δέρμα το κορμί του και του έδινε να πιει βρασμένα φύλλα ιτιάς. 
Όταν η Μητέρα έφυγε, σηκώθηκε με κόπο και αργά βγήκε έξω στον φρέσκο αέρα. Κάθισε κάτω από ένα δέντρο και εισέπνευσε βαθιά. Ένας οξύς βήχας του κομμάτιασε τα σωθικά, το κεφάλι του σκίστηκε από τον πόνο, τα μάτια του θόλωσαν και ο κόσμος γύρω του εξερράγη σε ένα εκτυφλωτικό κόκκινο φως. Όταν συνήλθε λίγο αργότερα, διαπίστωσε έκπληκτος και τρομοκρατημένος πως το τοπίο γύρω του αν και ήταν το ίδιο, έμοιαζε διαφορετικό. Ο αέρας μύριζε αλλιώς, τα δέντρα ήταν χαμηλότερα, ο λόφος πολύ ψηλότερος ενώ ολόκληρος ο οικισμός είχε εξαφανιστεί και στη θέση του υπήρχαν μόνο πέτρες αραδιασμένες σε χαμηλούς σωρούς.
Αυτό ήταν, σκέφτηκε. Το σώμα του δεν άντεξε την πυρκαγιά που το κατέτρωγε και κατέφυγε νικημένο στην αγκαλιά της Μεγάλης Θεάς. Μούσκεμα στον ιδρώτα, σκούπισε με τις παλάμες του τα μάτια του και διέκρινε μέσα στη θολούρα δυο φιγούρες να περπατούν στο πέτρινο μονοπάτι. Ήταν ένας άνδρας με μια Μητέρα και μιλούσαν μια γλώσσα που δεν καταλάβαινε. Ο άνδρας φορούσε ένα πανωφόρι με περίεργα σχήματα που δεν τα είχε ξαναδεί ενώ τα πόδια αλλά και οι πατούσες του ήταν καλυμμένα. Το ίδιο καλυμμένη ήταν και η Μητέρα ενώ στην πλάτη της είχε έναν σάκο. Ήταν ακριβώς μπροστά του και οι δύο αλλά δεν τον έβλεπαν – σαν να μην ήταν εκεί. Τους έβλεπε σαν υπνωτισμένος μέσα από το πέπλο του πυρετού που τον έκαιγε. Τριγύριζαν γύρω του μιλώντας σε μια άγνωστη γλώσσα και πού και πού έδειχναν ολόγυρα.
Ο άνδρας κάτι είπε και απομακρύνθηκε ενώ η Μητέρα κοντοστάθηκε στα χαλάσματα λίγα μόλις βήματα μακριά του. Στο χέρι της κρατούσε μια μακρόστενη λεπτή πέτρα που στη γυαλιστερή της επιφάνεια απεικόνιζε το μέρος στο οποίο ήταν στραμμένη κάθε φορά. Η Μητέρα απομακρύνθηκε ενώ ο άνδρας πλησίασε. Χαμογελούσε και σήκωνε τα χέρια του ενώ η Μητέρα τον κοίταζε μέσα από την πέτρα. Μόλις την ακουμπούσε με το δάχτυλό της, η πέτρα έβγαζε έναν μικρό ήχο και αιχμαλώτιζε τον άνδρα μέσα της.
Πολύ εξουθενωμένος ακόμα και για να φοβηθεί, παρακολουθούσε σχεδόν αδιάφορα το απόκοσμο θέαμα. Σήκωσε τα μάτια του στον ουρανό και μόλις που διέκρινε ένα τεράστιο πουλί να πετά πολύ ψηλά με τα φτερά του όμως ακίνητα, αφήνοντας άσπρες γραμμές πίσω του.
Προσευχήθηκε στη Μεγάλη Θεά να τον πάρει γρήγορα κοντά της κι έτσι να λυτρωθεί από τα αλλόκοτα που ήταν αναγκασμένος να βλέπει. Εκείνη τον λυπήθηκε και τον σκέπασε τρυφερά με ένα μαύρο πέπλο.
Όταν συνήλθε, η Μητέρα που τον φρόντιζε του σφούγγιζε το μέτωπο με το βρεγμένο δέρμα. Ένιωθε πολύ εξαντλημένος μα το σώμα του ήταν τώρα δροσερό. Δίπλα του ήταν η Σεβάσμια Μητέρα, με το ένα της χέρι ακουμπισμένη στο ραβδί της και το άλλο της να ακουμπά τρυφερά στο στήθος του. Εκείνος το πήρε τρυφερά και με τα δυο του χέρια και το φίλησε. 
Ξέπνοα της αφηγήθηκε με κάθε λεπτομέρεια όσα είχε δει κι εκείνη του είπε παρηγορητικά πως μερικές φορές όταν το σώμα πυρώνει, φεύγει και ταξιδεύει σε άλλους κόσμους, άλλοτε καλύτερους, άλλοτε χειρότερους. Τώρα που η φωτιά του έσβησε, είναι πάλι μαζί τους, στον κόσμο που ζούσε και αγαπούσε.
Ανακουφισμένος από τα λόγια της Σεβάσμιας, ήπιε μια γουλιά βρασμένο ζωμό από την πήλινη κούπα. Αισθανόταν πολύ καλύτερα και τα λόγια της Σεβάσμιας τον καθησύχασαν. Ήδη, το όνειρο άρχισε να ξεθωριάζει και μετά βίας θυμόταν τις μορφές που είχε δει. Όταν θα γινόταν καλά, θα έφτιαχνε από πηλό τη φιγούρα του άνδρα με τα παράξενα σχέδια στο στήθος του – κι ας μη τα θυμόταν – και θα τη χάριζε σ' Εκείνη. Ήσυχος πια, έγειρε το κεφάλι του και αποκοιμήθηκε.

Η Σεβάσμια Μητέρα καθόταν στην πέτρα και αγνάντευε σκεφτική τον κόλπο που χιλιάδες χρόνια αργότερα θα ονομαζόταν Παγασητικός. Τα όσα θαυμαστά και φοβερά άκουσε πριν από λίγο την είχαν ταράξει. Ψυχανεμιζόταν πως όλα αυτά σήμαιναν το τέλος της υπεροχής των Μητέρων και την αρχή της κυριαρχίας των ανδρών που θα έφερνε πολλές συμφορές. Μέχρι τότε όμως, θα περνούσαν πολλές συγκομιδές και γονιμότητες. Τώρα ας απολαύσουν οι άνθρωποί της τη γαλήνη και την ευτυχία της κοινής τους ζωής. 
Στηριγμένη στο ραβδί της, περπάτησε αργά προς τον οικισμό...






Η Σεβάσμια Μητ
έρα
καθόταν στην πέτρα και αγνάντευε σκεφτική τον κόλπο που
χιλιάδες χρόνια αργότερα θα ονομαζόταν Παγασητικός. Τα όσα θαυμαστά και
φοβερά άκουσε πριν από λίγο την είχαν ταράξει. Ψυχανεμιζόταν πως όλα αυτά
σήμαιναν το τέλος της
υπεροχή
ς των Μητέρων και την
κυριαρχία των ανδρών που
έφερνε πολλές συμφορές. Μέχρι τότε όμως, θα περνούσαν πολλές συγκομιδές και
γονιμότητες. Ας απολαύσουν τώρα οι άνθρωποί της τη γαλήνη και την ευτυχία
της

κοινής τους ζωής. Στηριγμένη στο ραβδί της περπάτησε αργά προς τον οικισμό.
Η Σεβάσμια Μητ
έρα
καθόταν στην πέτρα και αγνάντευε σκεφτική τον κόλπο που
χιλιάδες χρόνια αργότερα θα ονομαζόταν Παγασητικός. Τα όσα θαυμαστά και
φοβερά άκουσε πριν από λίγο την είχαν ταράξει. Ψυχανεμιζόταν πως όλα αυτά
σήμαιναν το τέλος της
υπεροχή
ς των Μητέρων και την
κυριαρχία των ανδρών που
έφερνε πολλές συμφορές. Μέχρι τότε όμως, θα περνούσαν πολλές συγκομιδές και
γονιμότητες. Ας απολαύσουν τώρα οι άνθρωποί της τη γαλήνη και την ευτυχία
της
κοινής τους ζωής. Στηριγμένη στο ραβδί της περπάτησε αργά προς τον οικισμό.

Κυριακή 22 Οκτωβρίου 2017

Γενέθλια



Γεννήθηκα στις 07:10 το πρωί – αυτή την ώρα ξυπνάω τις καθημερινές. Με δεδομένο πως το προσδόκιμο ζωής είναι τα 81,5 χρόνια, πες 80, θα πεθάνω στις 00:10, την ώρα που συνήθως πέφτω στο κρεβάτι. Συμπυκνώνοντας λοιπόν τη ζωή μου σε μία ημέρα, πήγα στο σχολείο στις 8:30, ενώ κοντά στο μεσημέρι στις 11:00 περίπου, τέλειωσα και το Λύκειο. Μισή ώρα δηλαδή 22 ατελείωτους μήνες αργότερα, απολύθηκα από τον Στρατό ενώ στις 13:30 είχα κιόλας δύο παιδιά.
Από αυτή την ώρα και μέχρι το απόγευμα ήταν η δημιουργικότερη περίοδος σε όλους τους τομείς. Τι ειρωνεία όμως, αφού αυτές τις μεσημεριανές ώρες παίρνω τη σιέστα μου, την οποία την παραβιάζω μόνο για πάρα πολύ σοβαρούς λόγους!
Είμαι 56 χρόνων και η ώρα πήγε 19:10. Είναι η ώρα του Skype με τα κορίτσια, της ετοιμασίας των μαθημάτων για την επόμενη μέρα, σε λίγο θα αρχίσουν και οι ειδήσεις.
Τον χειμώνα τέτοια ώρα έχει βραδιάσει – λίγα πράγματα μπορεί να κάνει κανείς. Το καλοκαίρι πάλι, αυτή η ώρα είναι όμορφη, με το λιοπύρι να καταλαγιάζει και το σπίτι να μη σε χωράει.
Έμειναν λοιπόν πέντε ώρες, αν όλα πάνε καλά. Ένα καφές στο μπαλκόνι, μια βόλτα στην παραλία με τη Νίτσα, μια μπυρίτσα ίσως με κανα μεζεδάκι παρέα με φίλους, μου αρκούν μέχρι να πάω για ύπνο...
Στη φωτο, εγώ γύρω στις 7:30 το πρωί. Περίπου ένα λεπτό αργότερα, η ΕΡΕ θα χάσει τις εκλογές από την Ένωση Κέντρου και ο Κέννεντυ θα δολοφονηθεί στο Ντάλας.

Τρίτη 17 Οκτωβρίου 2017

Να είχα το κουράγιο

Κι εκεί που οδηγάς ανέμελος με το ραδιόφωνο σε τυχαίο σταθμό να μουρμουράει, ακούγεται ο Διονυσίου στο "Να είχα το κουράγιο". Έχεις να το ακούσεις πάνω από σαράντα χρόνια και το μυαλό σου βραχυκυκλώνει. Σταματάς το αυτοκίνητο στην άκρη, ανεβάζεις το τζάμι και βρίσκεσαι στο πίσω κάθισμα ενός Renault 4CV του '52. Είναι καλοκαιρινή νύχτα, το παλιό αυτοκίνητο ανεβαίνει τα υψώματα της Πελασγίας, ο πατέρας το δεξί χέρι το έχει στο τιμόνι και το αριστερό δίπλα στο ανοιχτό τριγωνικό τζαμάκι λιβανίζοντας το τσιγάρο με τον καπνό του να παρασύρεται έξω, στη νύχτα. Με μαγεύει η νύχτα στην εθνική οδό. Μου αρέσει όταν περνάμε μέσα από πόλεις και χωριά όπου όλοι κοιμούνται αλλά εγώ ο τυχερός ταξιδεύω. Περνάω από δίπλα τους αθέατος, κάποιοι ίσως να ακούν τον ήχο του αυτοκινήτου αλλά δεν θα μάθουν ποτέ πως ήμουν εγώ μέσα, ο νυχτερινός ταξιδιώτης. Ο πατέρας μου δείχνει τα φώτα που λαμπυρίζουν πέρα μακριά λέγοντάς μου σιγανά για να μην ξυπνήσει τη μάνα μου που λαγοκοιμάται δίπλα του και τον αδερφό μου που κοιμάται στην αγκαλιά της γιαγιάς, πως είναι τα φώτα της Εύβοιας. Έχουμε αφήσει τον σταθμό του Λεβέντη πίσω μας όπου οι μεγάλοι ήπιαν έναν καφέ κι εγώ έμεινα με τη λαχτάρα να φάω μια πάστα που τη λιμπίστηκα αλλά η μάνα μου δε με άφησε αφού τα φαγώσιμα του Λεβέντη ισοδυναμούσαν γι αυτήν με βιολογικά απόβλητα. Μου υποσχέθηκε όμως να με κεράσει μια ίδια στον Καζαντζίδη, στην Καβάλα. Η στάση στου Λεβέντη μου αρέσει πολύ. Μέσα στο μεγάλο μαγαζί με τα ψυχρά φώτα φθορισμού, νυσταγμένοι ταξιδιώτες τρώνε κάτι και ξεκουράζονται πριν συνεχίσουν. Όταν κάποτε θα μεγαλώσω και θα ταξιδεύω με το δικό μου το αυτοκίνητο, εδώ θα ξεκουράζομαι και θα τρώω όσες πάστες θέλω. Νυστάζω όμως πολύ και γερμένος στο τζάμι του αυτοκινήτου νανουρίζομαι από τους κραδασμούς κι από τον Διονυσίου που παίζει στο ραδιόφωνο του αρχαίου Ρενώ.
Το τραγούδι τελείωσε, ανάβεις το φλας αριστερά και βγαίνεις στο δρόμο. Δε θα ξαναταξιδέψεις ποτέ πάλι νύχτα στην παλιά Εθνική, όχι μόνο επειδή ο Λεβέντης έχει κλείσει αλλά κι επειδή δεν έχεις πια το κουράγιο.

Δευτέρα 2 Οκτωβρίου 2017

Ο παππούς μου



Ο παππούς μου ο Χρήστος γεννήθηκε το 1914 στο Αϊβαλί. Δεν είχα την τύχη να τον γνωρίσω αφού πέθανε πολύ νέος, στα 44 χρόνια του. Ό,τι γνωρίζω από αυτόν, είναι σπαράγματα μνήμης της γιαγιάς μου και της μάνας μου.
Μικρό παιδί ήρθε πρόσφυγας εδώ και ανδρώθηκε μέσα σε συνθήκες ακραίας φτώχειας. Όλοι σχεδόν οι πρόσφυγες στοιβάχτηκαν στο χώρο πίσω από τις Καμάρες όπου έμεναν σε παραπήγματα από λαμαρίνα.
Λίγο πάνω από τα είκοσι παντρεύτηκε τη δεκαοχτάχρονη γιαγιά μου κι έμειναν σε ένα προσφυγικό σπίτι στον Βύρωνα στη συνοικία Κυρτζή– από το όνομα του εργολάβου που κατασκεύασε τα σπίτια.
Αρρώστησε από την καρδιά του πολύ νωρίς κι έτσι δεν υπηρέτησε στο Αλβανικό, «ήταν στην αεράμυνα» έλεγε η γιαγιά μου επειδή είχε «χαλασμένη μιτροειδή βαλβίδα».
Για κάποιο απροσδιόριστο διάστημα είχε καρβουνιάρικο, πουλούσε και κρασί. Δούλεψε και σαν καβάζης – κάτι μεταξύ θυρωρού και κλητήρα – σε καπνομάγαζα ενώ αργότερα όταν επιδεινώθηκε η υγεία του και μπαινόβγαινε στο νοσοκομείο πήρε μια μικρή σύνταξη.
Στη διάρκεια της Κατοχής ήταν στη Γερμανία «τον πήραν όμηρο στα εργοστάσια» σύμφωνα με τη γιαγιά μου, προφανώς όμως θα ήταν εργάτης εκεί.
Ο παππούς μου δεν έκανε κάτι το ξεχωριστό ή το ηρωικό, εκτός από τη συμμετοχή του στην αποχή από τις εκλογές του 1946. Υπακούοντας στη βλακώδη (έως ύποπτη) γραμμή του ΚΚΕ για αποχή από τις εκλογές, ο παππούς μου μαζί με χιλιάδες άλλους δεν πήγε να ψηφίσει. Ήταν σα να αναβόσβηνε μια φωτεινή επιγραφή επάνω του πως ήταν κουκουές. Και πώς να μην ήταν, αφού έλειπε από την πενταμελή του οικογένεια ακόμη και το καρφί για να κρεμάσουν στον τοίχο το μοναδικό του παντελόνι. Πολύ σύντομα λοιπόν, τον φώναξαν στην Ασφάλεια όπου του έθεσαν το δίλημμα ή να υπογράψει δήλωση αποκήρυξης του ΚΚΕ ή να βάλει σε δεύτερη μοίρα τη γυναίκα και τα τρία του κορίτσια και να πάρει την άγουσα για την εξορία. Ο παππούς μου υπέγραψε. Καταδίκασε το ΚΚΕ και τις παραφυάδες του και γλίτωσε τα χειρότερα. Τα χειρότερα, που για δεκάδες χιλιάδες άλλους σήμαιναν εξορίες, βασανιστήρια, πολύχρονες φυλακίσεις, εκτελέσεις. Η αποκήρυξη δημοσιεύτηκε στον «Ταχυδρόμο» αλλά και διαβάστηκε την Κυριακή στην εκκλησία. Δεν ξέρω αν και κατά πόσο τον πείραξε αυτή η ιστορία, πιο πολύ όμως φοβήθηκε τη γιαγιά μου που αν και αυτή ήταν ΚΚΕ, άστραψε και βρόντηξε μαλώνοντάς τον που δεν πήγε να ψηφίσει, βάζοντας έτσι σε κίνδυνο την οικογενειακή ασφάλεια. Πείραξε όμως τη μάνα μου, αφού μια «εθνικόφρων» αλλά και χαιρέκακη γειτόνισσα την έβαλε να διαβάσει – εννιάχρονο κορίτσι! – τη δήλωση στην εφημερίδα. Λέω κάποια μέρα να ψάξω στο αρχείο της εφημερίδας, να βρω τη δήλωση και να τη φυλάξω σαν οικογενειακό κειμήλιο.
Ο παππούς πέθανε το 1958 αφήνοντας τη γιαγιά χήρα στα 40 της χρόνια με τρία ορφανά κορίτσια από μια ασθένεια που υποψιάζομαι πως σήμερα θα ήταν εύκολα ιάσιμη. Εννοείται βέβαια πως έχω διπλο-τριπλοτσεκάρει και τη δική μου μιτροειδή, έτσι, για κάθε ενδεχόμενο.
Ο παππούς αγαπούσε πολύ τα γράμματα. Δεν υπήρχε έντυπο που να μη το διαβάσει. Διάβαζε τα πάντα, ό,τι του έπεφτε στα χέρια. Για πολλά χρόνια μετά τον θάνατό του, έβρισκαν σημειώματά του κρυμμένα πίσω από κάδρα, στο εσωτερικό ξύλινων επίπλων, κάτω από σκεύη. Ήταν και πολύ καλαμπουρτζής, έλεγε συνεχώς αστεία κάνοντας τα κορίτσια του να ξεκαρδίζονται στα γέλια.
Η γιαγιά μου και η μάνα μου έλεγαν πως του μοιάζω στο χαρακτήρα και στις συνήθειες. Δεδομένου πως η μεγάλη μου η κόρη είναι σχεδόν κλώνος μου, ένα κομμάτι του παππού ζει μέσα της, ώσπου μετά από λίγες γενιές να συγχωνευτεί στη μεγάλη γονιδιακή δεξαμενή μέσα στην οποία κολυμπάμε όλοι μας.
Η φωτογραφία του όμως, μεταφρασμένη σε μερικές εκατοντάδες κιλομπάιτς θα πλέει μέσα στον ωκεανό του Internet για όσο διαρκεί ο πολιτισμός μας. Είναι κι αυτό μια μορφή αθανασίας που ο παππούς μου δε θα μπορούσε ποτέ να φανταστεί...

Δευτέρα 28 Αυγούστου 2017

Κυριακή καλοκαιριού


Κυριακή καλοκαιριού


Πρέπει να είναι στα τέλη της δεκαετίας του’50, προφανώς κάποια Κυριακή καλοκαιριού. Το μέρος σκιερό, στα απλωμένα τραπεζομάντιλα λίγα φαγητά φερμένα από το σπίτι και μια νταμιτζάνα κρασί αρκούν. Παιδιά της Κατοχής, είναι μαθημένοι στα απαραίτητα.
Κοιτάζουν το φακό με αισιοδοξία – και γιατί όχι; Η ζωή τους καλυτερεύει χρόνο με το χρόνο, είναι φτωχοί αλλά και ποιος δεν είναι; Δεν τη φοβούνται τη φτώχεια ούτε τη δουλειά. Φοβούνται μόνο τον χωροφύλακα και τον ρουφιάνο της Ασφάλειας που στην Κατοχή βουλγαρογράφτηκε και μετά ξεπλύθηκε στα νάματα της εθνικοφροσύνης.
Παλεύουν για να έχουν τα παιδιά τους μια καλύτερη ζωή και είναι σίγουροι πως θα το πετύχουν. Εκείνο που δεν ξέρουν είναι πως τα εγγόνια τους, επιστήμονες γιατροί, μηχανικοί, χημικοί θα έφευγαν μετανάστες.
Καπνεργάτες οι περισσότεροι, έχουν ξεπλύνει την πικράδα του καπνού στο μόνο ίσως θαλάσσιο μπάνιο τους του καλοκαιριού. Θα θεωρούσαν αδιανόητο πως κάποια μέρα θα πλήρωνες για να κάνεις ένα μπάνιο στη παραλία τη γεμάτη από Βούλγαρους και Ρουμάνους τουρίστες όπως αδιανόητο θα θεωρούσαν το γεγονός πως αυτή η φωτογραφία θα μπορούσε να τη δει οποιοσδήποτε στον κόσμο, χάρη σε κάποιον αδιάκριτο τύπο που του αρέσει να ξεθάβει παλιές ξεχασμένες στιγμές, και να τις φέρνει στο φως.

Σάββατο 12 Αυγούστου 2017

Μια όμορφη ημέρα



Τη θυμάμαι αυτή την ημέρα. Το καλοκαίρι του 1967 ήρθε ο θείος Τάκης με τη θεία Μάλαμα από τη Γερμανία. Η μάνα μου, μου είπε πως θα πηγαίναμε όλο σχεδόν το σόι για μπάνιο στο Παλιό και το μεσημέρι θα τρώγαμε στο εξοχικό κέντρο, στις «Γλάστρες». Λιμπισιάρης εγώ από τότε, δεν έβλεπα την ώρα που θα καθόμουνα να φάω στο «κέντρο» που, προφανώς, θα ήταν και γεμάτο γλάστρες.
Ο θείος ο Τάκης γέμισε το θηριώδες Opel Record με το μισό σόι ενώ εμένα και τις δυο ξαδέρφες μου, μας έβαλε στον μεγέθους μικρής σπηλιάς χώρο αποσκευών. Θυμάμαι τα γέλια της θείας Μάλαμας όταν μας στρίμωχνε εκεί μέσα. Η θεία η Μάλαμα που τα έβρισκε όλα αστεία, που έλεγε συνεχώς σόκιν ανέκδοτα, που ήταν η ψυχή της παρέας, που δεν έπαιρνε τη ζωή στα σοβαρά αφού έχασε τη μικρή της τη Μαρικούλα από καρδιά σε ηλικία επτά ετών.
Θυμάμαι το ναυτικό μου το καπέλο που το φορούσα συνεχώς αφού έπρεπε να γνωρίζουν όλοι πως ήμουν καραβοκύρης του πλοίου που υπήρχε μόνο στο μυαλό μου αλλά μια μέρα θα γινόμουν αληθινός καπετάνιος. Προς το παρόν, μου αρκούσαν οι βουτιές και τα παιχνίδια με τις μαύρες σαμπρέλες φορτηγών. Θυμάμαι ακόμη, πως έπαιρνα φόρα και πηδούσα από το τοιχάκι που χώριζε τις «Γλάστρες» από την αμμουδιά.
Ο θείος ο Τάκης με έκανε γούστο και με πείραζε συνεχώς γυρνώντας το ναυτικό μου καπέλο ανάποδα. Ο θείος ο Τάκης, που λίγα χρόνια αργότερα δεν άκουσε το ξυπνητήρι που μάταια χτυπούσε για τη δουλειά ούτε και τις φωνές της θείας Μάλαμας που ξύπνησε βρίσκοντας δίπλα της τον άνδρα της νεκρό από καρδιά.
Τότε βέβαια δεν τα ήξερα όλα αυτά αλλά ήμουν χαρούμενος που τον ερχόμενο χειμώνα δεν θα αρρώσταινα από το λαιμό μου, αφού εκείνη την ημέρα ήπια κατά λάθος άφθονο θαλασσινό νερό – γκαζόζα το λέγαμε – και το οποίο σύμφωνα με τα λεγόμενα της μάνας μου θα προστάτευε τον ευαίσθητο λαιμό μου χάρη στο ιώδιο που περιείχε. Το θαλασσινό νερό του Παλιού όμως φαίνεται πως περιείχε ιώδιο κακής ποιότητας αφού λίγα χρόνια αργότερα έβγαλα επειγόντως τις αμυγδαλές μου οι οποίες μολυσμένες, απειλούσαν τα νεφρά και την καρδιά μου.
Μετά το μπάνιο δεν πλενόμουνα για «να ψηθεί το πετσί μου στο αλάτι» σύμφωνα με τη γιαγιά μου. Υπέφερα τη φαγούρα και το τσίτωμα που ένιωθα στο δέρμα επειδή μια μέρα το πετσί μου θα γινόταν ανθεκτικό. Δεν έγινε.

Ύστερα ήρθε ένας φωτογράφος και έβγαλε αυτή τη φωτογραφία. Πίσω από την αφεντιά μου, ο πατέρας μου. Εγώ, με το ναυτικό μου καπέλο, κοιτάζω αλλού – κάπου ταξιδεύω, ως συνήθως…

Τετάρτη 17 Μαΐου 2017

Το ρέμα

Το καλοκαίρι του 1969 η νότια παράλληλος της Περγάμου στον Βύρωνα ήταν ένα μικρό ρέμα. Η μία εκβολή του ήταν στη διασταύρωση με τη σημερινή οδό Καυκάσου ενώ η άλλη ήταν στη συμβολή με την σημερινή οδό Ιεροσολύμων.
Το κυρίως ρέμα, αυτό της Ιεροσολύμων δηλαδή, κατέβαινε από το δασάκι του Φλορέξ και ήταν γεμάτο νερό τον χειμώνα ενώ το καλοκαίρι στέγνωνε. 
Εκεί, στο μεγάλο ρέμα στα μέσα της δεκαετίας του ’60, σαν όνειρο θυμάμαι τις νοικοκυρές να πλένουν χαλιά και κουβέρτες που χτυπούσαν με τους κόπανους.
Το ρέματα ήταν ο παράδεισος επί γης για εμάς τα πιτσιρίκια της εποχής – και ήμασταν πολλά. Τον χειμώνα ανεβαίναμε στο δασάκι του Φλορέξ και αφού κόβαμε φλούδες από πεύκα που τις λέγαμε «πιτίκες», τις δίναμε σχήμα βάρκας και τις αμολούσαμε στο ρέμα που τις παρέσερνε. Τρέχαμε δίπλα στο πλεούμενό μας στην όχθη του ρέματος και το ακολουθούσαμε μέχρι το τέρμα. Αν τύχαινε και μπλεκόταν σε κλαδιά, ξύλα ή πέτρες το ξεμπλέκαμε με το μακρύ κλαδί που είχαμε μαζί μας και το επαναφέραμε στην πορεία του. Το άγχος μας ήταν να μη μπλεχτεί το σκάφος μας κάτω από τη γεφυρίτσα, δίπλα από τη στάση των αστικών στη διασταύρωση Περγάμου και Γρανικού. Σε τέτοια περίπτωση, έπρεπε να μπούμε μέσα στο ρέμα, κάτω από τη γέφυρα για να απελευθερώσουμε το σκάφος τερματίζοντας την αγωνία του γενναίου πληρώματός του.
Θανάσιμος κίνδυνος για τα πλεούμενά μας ήταν και τα αυγά βατράχων που σχημάτιζαν μεγάλες συστάδες από χάντρες σχήματος αλυσίδας ή κορδονιού. Μπροστά σ’ αυτές τις φρικώδεις, γλοιώδεις μάζες τα πληρώματά μας έπαιρναν ανήσυχα τις θέσεις μάχης. Αν όμως είχαν την ατυχία να μπλέξει το σκάφος ανάμεσα στις εξώκοσμες, λαμπερές χάντρες, τότε αντίκριζαν τον απόλυτο τρόμο. Εκεί όμως επεμβαίναμε εμείς που με τα μακριά κλαδιά μας σηκώναμε τα αυγά των άτυχων βατράχων που μάταια περίμεναν τη γονιμοποίηση και τα πετούσαμε στις όχθες. Σε εκείνο το ρέμα γινόταν πραγματική γενοκτονία των άμοιρων αμφίβιων. 
Τον χειμώνα τα ρέματα πολλές φορές πάγωναν. Η περιοχή του Βύρωνα προς του Κυρτζή είναι ίσως η ψυχρότερη της πόλης, αφού το ρέμα σχημάτιζε μπουγάζι και ο αέρας που κατέβαινε χαμήλωνε πολύ τη θερμοκρασία. Ακόμη και τα σημερινά χρόνια που οι χειμώνες είναι πολύ ηπιότεροι από αυτούς που επικρατούσαν εκείνη την εποχή, το κρύο στην περιοχή είναι αισθητά περισσότερο. Μπαίναμε στο παγωμένο ρέμα και πατούσαμε στα σημεία όπου ο πάγος θα κρατούσε το λιγοστό βάρος μας. Το στοίχημα βέβαια ήταν να περάσει κανείς στην απέναντι όχθη χωρίς να σπάσει ο πάγος και βραχεί. Το ότι θα γινόμασταν μούσκεμα από το παγωμένο νερό μέχρι τα γόνατα δε μας ένοιαζε, μας ένοιαζε όμως το ξύλο που θα τρώγαμε από τη μάνα μας που βρέξαμε τα παπούτσια μας – δεν είχαμε και πολλά.
Μερικές φορές πετούσαμε πέτρες ο ένας στον άλλο έτσι, για τη χαρά του σπορ. Ήταν πετροπόλεμοι χαμηλής έντασης που όμως ένας από αυτούς μου κόστισε μισό κοπτήρα.
Την άνοιξη το ρέμα οργίαζε από ζωή. Οι κατάφορτες δαμασκηνιές και μουριές δεχόντουσαν αδιαμαρτύρητα τις επιδρομές μας. Ανεβαίναμε επάνω τους και τρώγαμε δαμάσκηνα και μαύρα μούρα. Ακόμα αντηχεί στ’ αυτιά μου το «κυρα Δέσποινα / τα δαμάσκηνα / σου τα κλέβουνε / τα παλιόπαιδα» που φωνάζαμε – μάταια όμως, μιας και δεν μας κυνηγούσε ούτε μας μάλωνε κανείς για το ξεπάστρεμα των δέντρων. Άλλες φορές πάλι, καθόμασταν επάνω στα κλαδιά που μας κρατούσαν στοργικά και τρώγαμε τη λεία μας συζητώντας μεταξύ μας.
Όσο προχωρούσε η άνοιξη και η μέρα μεγάλωνε, η παραμονή μας στο ρέμα και στο παιχνίδι τραβούσε περισσότερο σε μάκρος. Κατά το σούρουπο άκουγες από τα προσφυγικά σπίτια γυναικείες φωνές να φωνάζουν «Δημήτρηηηη! Άντε βρε, νύχτωσε!», «Δε θα σε βρω βρε τύραννε; Θα φας ένα Σουλτάν μερεμέτ!». Κι όταν η μάνα μας αποκτούσε οπτική επαφή μ’ εμάς, έβαζε στο στόμα της τον λυγισμένο της δείκτη και τον δάγκωνε – σημάδι πως θα έπεφτε ξύλο στο σπίτι. 
Ένα άλλο δώρο της άνοιξης ήταν οι χρυσόμυγες, οι ζήνες. Αυτές τις έπιαναν τα μεγαλύτερα παιδιά κι έδεναν στο πόδι τους μια κλωστή. Το φουκαριάρικο το έντομο γυρνούσε γύρω γύρω δεμένο από το πόδι – ένα είδος βιολογικού drone. Παραδόξως εγώ τις λυπόμουνα τις ζήνες και δεν τις έπιανα ούτε και τις ξεκολλούσα την ώρα που ζευγάρωναν κολλημένες στην πίσω άκρη της κοιλιάς με τα κεφάλια σε αντίθετη κατεύθυνση. 
Το μεγαλύτερο δώρο όμως της άνοιξης εκεί στα τέλη της με αρχές καλοκαιριού, ήταν η εμφάνιση για πολύ μικρό χρονικό διάστημα των πυγολαμπίδων – κωλοφωτιές τις λέγαμε. Μετά τους φουκαράδες τους βάτραχους και οι κωλοφωτιές θα γνώριζαν τη σκληρότητα των μικρών παιδιών. Ολόκληρο το ρέμα λαμπύριζε ρυθμικά γεμάτο από πυγολαμπίδες αφού δεν υπήρχε φωτισμός ούτε φυσικά και ρύπανση – και στα δυο οι πυγολαμπίδες είναι εξαιρετικά ευαίσθητες. Εμείς τρέχοντας τις πιάναμε στον αέρα και τα κακόμοιρα κολεόπτερα πέθαιναν σε λίγα λεπτά με το φως στην κοιλιά τους να σταματά να αναβοσβήνει μένοντας για λίγο σταθερά αναμμένο ώσπου θάμπωνε και έσβηνε. Με συνέπαιρνε και ταυτόχρονα με ανατρίχιαζε αυτό το θέαμα, αφού μπροστά στα μάτια μου μια ζωή έσβηνε - έσβηνε κυριολεκτικά. Τα κορίτσια, πιο πρακτικά, αφού τις έπιαναν, τις έβαζαν σ’ ένα άδειο μπουκάλι για να το μετατρέψουν σε φωτιστικό για το αντίσκηνό τους.
Το αντίσκηνο των κοριτσιών! Ήταν για εμάς το Άγιο Δισκοπότηρο, η χαμένη Κιβωτός, η σπηλιά του Αλαντίν, το Άδυτο των Αδύτων που εμείς οι βέβηλοι ποθούσαμε να το μιάνουμε. Τα κορίτσια της γειτονιάς είχαν στήσει ένα αντίσκηνο στο μικρό ρέμα και δεν άφηναν κανένα αγόρι όχι μόνο να μπει αλλά ούτε να κοιτάξει μέσα. Ποτέ στην υπόλοιπη ζωή μου δεν ένιωσα τόση περιέργεια για κάτι, όσο εκείνο το καλοκαίρι του 1969 για το αντίσκηνο των κοριτσιών. Διαχειρίστριές του ήταν μεγαλύτερα κορίτσια από εμάς κατά τρία με τέσσερα χρόνια – αιώνες δηλαδή. Μια από αυτές ήταν και η ξαδέλφη μου η Ιωάννα. Μάταια την παρακαλούσα να μου πει τι υπήρχε μέσα στο αντίσκηνο κι όσο την παρακαλούσα, τόσο εκείνη όξυνε την περιέργειά μου λέγοντάς μου πως είμαι μικρός ακόμη. Τα άλλα αγόρια γρήγορα έπαψαν να ενδιαφέρονται για το αντίσκηνο και το περιεχόμενό του μα η δική μου η περιέργεια ήταν αμείωτη. Έβλεπα το αντίσκηνο να ανοίγει και να βγαίνει από μέσα του κάποιο κορίτσι και προσπαθούσα να κοιτάξω στα σωθικά του μα εκείνο έκλεινε πάλι σχεδόν αμέσως σαν μια μεγάλη μήτρα που έβγαζε από ποιος ξέρει πού ένα κορίτσι κι ύστερα έκλεινε ξανά χωρίς να αποκαλύψει τα μυστικά της.
Σαράντα πέντε χρόνια αργότερα, ρώτησα την Ιωάννα για το αντίσκηνο. Αφού μου εξέφρασε την απορία της πώς το θυμόμουν τόσα χρόνια, απάντησε πως είχαν καναδυό κουρελούδες για πάτωμα, κούκλες και χειροτεχνίες από το σχολείο. 
Βλέπω δαμάσκηνα στο παζάρι αλλά δεν τα δοκιμάζω. Χωρίς την κυρα-Δέσποινα, δεν έχουν γούστο...