Δευτέρα 18 Απριλίου 2016

Το τρανζιστοράκι


1965 ή 1966.
Κρατάω ένα τρανζιστοράκι. Το θυμάμαι ακόμη. Ήταν καλυμμένο με μια δερμάτινη θήκη που στην μπροστινή της μεριά εκεί που ήταν το ηχείο, ήταν γεμάτη τρυπούλες για να βγαίνει ο ήχος. Μου άρεσε να τη μυρίζω – είχε μια τραχιά, αψιά μυρωδιά δέρματος. 
Δεν άκουγα σταθμούς, μ’ άρεσαν τα παράσιτα. Δεν ξέρω τι συναρπαστικό έβρισκα στα παράσιτα αλλά μου άρεσε ν’ ακούω αυτό τον υπνωτικό, μονότονο ήχο.
Πολλά χρόνια αργότερα, θα μάθαινα πως τα παράσιτα του ραδιοφώνου και τα «χιόνια» της τηλεόρασης, είναι τα κατάλοιπα της Δημιουργίας, του Big Bang, η λεγόμενη ακτινοβολία υποβάθρου ή αν θέλετε πιο ποιητικά, η μελωδία του Σύμπαντος.
Πίσω μου οι γονείς μου, εικοσιπέντε χρόνια νεώτεροι από την ηλικία που έχω εγώ τώρα, δε βρίσκονται στη ζωή πια.
Σκέφτομαι κάποια στιγμή να βάλω στο ραδιόφωνο παράσιτα, μπας κι ανάμεσα από τη κακοφωνία τους ακούσω πάλι τη φωνή τους.

Το τέλος του κλαμπ

Σήμερα ο Θωμάς, περίλυπος μου ανακοίνωσε πως αναγκάστηκε να κλείσει το κλαμπ. Κάποιοι γείτονες λέει, ενοχλήθηκαν από τις φωνές των θαμώνων.
"Είστε τυχερός κύριε, προλάβατε και ήρθατε και το είδατε" μου είπε.
Ο τυχερός είσαι εσύ Θωμά...

Δευτέρα 4 Απριλίου 2016

Στο κλαμπ

Εδώ κι έξι μήνες, με ψήνουν να επισκεφτώ το κλαμπ. Εμπνευστής και ιδιοκτήτης του είναι ένας εστέτ τυπάκος, ο Θωμάς. Ο Μάριος ο Β, ο Νικόλας, ο Πέτρος, ο Γιάννης, ο Κώστας, ο Γιαννίκος, ο Μάριος ο Π. είναι συνιδρυτές και τακτικοί θαμώνες του κλαμπ. Πηγαίνουν εκεί και αφού το συγυρίσουν και κάνουν τις εργασίες συντήρησης, αράζουν μετά με τις ώρες.
Επί έξι μήνες λοιπόν, μου ζητούν να επισκεφτώ το κλαμπ τους. Προφασιζόμουν διάφορα για να μην πάω – για κλαμπ είμαστε τώρα… Παρ’ όλα αυτά όμως, αγόραζα πού και πού διάφορα υλικά και εξοπλισμό και τα έδινα σαν δώρο στο Θωμά, ο οποίος τα έπαιρνε με μια λάμψη στα μάτια και με ευχαριστούσε καταϋποχρεωμένος.
Σήμερα, ενέδωσα και πήγα επιτέλους στο κλαμπ μετά το σχολείο. Με περίμεναν εκεί. Είχαν τακτοποιήσει προσεκτικά τα υλικά που τους χάρισα και μου τα έδειχναν όλο καμάρι: το φαρμακείο, τον σπάγκο, τον παλιό πυροσβεστήρα.
Το κλαμπ βρίσκεται σε ένα άδειο οικόπεδο απέναντι από το σπίτι του Θωμά και εκτείνεται ανάμεσα σε δύο δέντρα. Η «οροφή» του είναι ένας πλαστικός μουσαμάς και στα κλαδιά του δέντρου είναι σφηνωμένη μια μικρή ξύλινη εξέδρα, δίκην παταριού ή βίγλας.
- Κύριε, σας αρέσει το κλαμπ μας; με ρώτησαν σχεδόν με μια φωνή όλοι.
- Μπράβο παιδιά, είναι πάρα πολύ ωραίο! απάντησα με γνήσιο ενθουσιασμό.

Κάθισα κανένα πεντάλεπτο «επιθεωρώντας» το και δίνοντας συμβουλές κι έφυγα πριν ενδώσω στον πειρασμό να καθίσω εκεί, κάτω από το δέντρο, παρέα με τα αγόρια της τάξης μου χαχανίζοντας μέχρι αργά το απόγευμα, όταν θα ερχόντουσαν οι τύποι με τις άσπρες μπλούζες να με μαζέψουν.

Δευτέρα 29 Φεβρουαρίου 2016

Αντάμωμα

Γνωρίστηκαν το 1975 στην πρώτη τάξη του ελληνικού Γυμνασίου στο Μόναχο κι έγιναν αχώριστες φίλες με αυτόν τον μοναδικό τρόπο του εφηβικού δεσίματος.
Ξενάκια και τα δυο κορίτσια, από παραδοσιακές αγροτικές οικογένειες πεταμένες στην καρδιά της Ευρώπης, μοιράστηκαν τους φόβους, τις ανησυχίες, τα σκιρτήματα.
Δυο χρόνια αργότερα η μία επέστρεψε στην Ελλάδα. Χάθηκαν. Η ζωή πήρε τα δύο κορίτσια και τα έκανε γυναίκες, συζύγους, μητέρες, εργαζόμενες.
Τα τελευταία χρόνια, έψαχναν η μία την άλλη, μέσω Facebook. Η έρευνα απέδωσε καρπούς και χθες, 39 χρόνια αργότερα, ξαναβρέθηκαν. Άνοιξαν τις αγκαλιές τους συγκινημένες, προσφωνώντας η μία την άλλη με τα παλιομοδίτικα τώρα πια, κοριτσίστικα ονόματά τους.
Μίλησαν πολύ λίγο για τα χρόνια εκείνα - λες κι ήθελαν να τα προφυλάξουν από βέβηλα αυτιά – και πολύ περισσότερο για τη ζωή τους μετά. Τις έβλεπα και τις άκουγα χαρούμενος, παρατηρώντας πως ο χρόνος τις φέρθηκε με τρυφερότητα – τις γλύκανε θαρρείς.
Χωρίστηκαν υποσχόμενες να τα λένε τακτικά και, ίσως, να ξαναβρεθούν.

Δευτέρα 22 Φεβρουαρίου 2016

Οι Κυριακές

Οι Κυριακές μοιάζουν πάντα μελαγχολικές με μια διάχυτη αίσθηση ερήμωσης.
Είναι το υπονοούμενο κάποιας ματαίωσης, η θολή αναπόληση της ραδιοφωνικής μετάδοσης του ματς, μια υποψία λύπης, η ερημιά των μοναχικών, η παράλυση της πόλης, η ίδια η πεμπτουσία της μελαγχολίας. Η Κυριακή έχει τη δική της ποίηση, που τη συμβολίζουν το βουβό ξυπνητήρι, ένα ζευγάρι παντόφλες, μια τηλεόραση που παίζει στα τυφλά, το προσεγμένο γεύμα, η σιέστα δίχως όνειρα, τα κλειστά περίπτερα, η υποψία ότι θα μείνουμε από τσιγάρα. Το ότι η Κυριακή γράφει μόνη της το ποίημα αυτό οφείλεται στο ότι δεν βρέθηκε ποτέ κανένας ποιητής να την υμνήσει - είναι άγονη, λευκή, αθόρυβη, εσωστρεφής, αντιερωτική.
Την Κυριακή οι άνθρωποι έρχονται πρόσωπο με πρόσωπο αφού η παραπλανητική καθημερινότητα σιγεί και κωφεύει ακυρώνοντας τις δικαιολογίες της. Δεν υπάρχει πρόβλημα σε μια σχέση που να μην αναδύεται την Κυριακή, βγαίνοντας από τις κρυψώνες των άλλων ημερών, με τρόπο αναντίρρητο. Οι αφορμές, αόρατες έως τώρα, αρχίζουν και ξεμυτίζουν ύπουλα, ενώ οι μικρές αλλά συσσωρευμένες ασυμφωνίες αρχίζουν να ροκανίζουν τα δεσμά.
Ο άνθρωπος που περπατάει στην πόλη το απόγευμα της Κυριακής νιώθει σαν εκείνο το σκυλί που ακολούθησε, μόνο του, την κηδεία του Μότσαρτ. Ωστόσο ο άνθρωπος αυτός ξέρει καλά ότι η μελαγχολία της Κυριακής είναι ένα λάθος που διορθώνεται εύκολα χάρη στη βέβαιη επικράτηση της Δευτέρας.
Ανάμεσα σ' αυτές τις δύο ξεχωριστές ημέρες αιωρείται μια φευγαλέα, απόμακρη στιγμή αυτογνωσίας.

Σάββατο 20 Φεβρουαρίου 2016

Παραγουάη


Από όλες τις χώρες διάλεξε την Παραγουάη χωρίς να γνωρίζει το γιατί. Ήταν το παράξενο όνομα; Η απόσταση; Το ότι δεν την είχε ξανακούσει; Δε γνώριζε το γιατί. Μάλλον τη διάλεξε επειδή ήταν μικρή, ταπεινή, φτωχή χώρα. Από τότε την είχε την πετριά να τον ενδιαφέρουν τα πράγματα, οι καταστάσεις, τα πρόσωπα που βρίσκονται στη σκιά, στο παρασκήνιο. 
Η σημαία της Παραγουάης ήταν κι αυτή μεταλλική όπως και των άλλων κρατών. Σήμερα θα χαρακτηρίζονταν ως επικίνδυνες και δε θα κυκλοφορούσαν αλλά τότε, στα τέλη της δεκαετίας του ’60, δεν υπήρχαν τέτοιες ευαισθησίες – ή υστερίες.
Μάζευε λοιπόν τις μικρές μεταλλικές ταμπελίτσες και αναρωτιόταν πώς να είναι από κοντά αυτές οι χώρες, πού να βρίσκονται στο χάρτη, τι θα μπορούσε να μάθει περισσότερα. Γιατί είχε (και αυτή) την πετριά. Τους χάρτες και τα ταξίδια (επί χάρτου).
Στο σχολείο τους χάζευε τους χάρτες και στην ώρα του μαθήματος. Κυλούσε το βλέμμα του επάνω τους και σεργιάνιζε νοερά σ’ όλο τον κόσμο – και στην Παραγουάη. Ο χάρτης που ερέθιζε περισσότερο τη φαντασία του όμως, ήταν αυτός που απεικόνιζε τους γεωγραφικούς όρους. Δεν επρόκειτο για πραγματικό χάρτη αλλά για μια ζωγραφιά ενός τοπίου που εμπεριείχε ποταμούς, λίμνες, δάση, κόλπους, πορθμούς κλπ. Έβλεπε το τοπίο και το ζωντάνευε με τη φαντασία του τοποθετώντας μέσα του αγρότες, ταξιδιώτες, πολεμιστές, εμπόρους…
Το καλύτερό του ήταν όταν τους έβαζε ο δάσκαλος να ζωγραφίσουν στο σπίτι κάποιον χάρτη. Έξυνε την ξυλομπογιά, άπλωνε τα χρωματιστά ρινίσματα σε ένα κομμάτι βαμβάκι και το έτριβε απαλά επάνω στο χαρτί πετυχαίνοντας έτσι ένα γλυκό και ομοιόμορφο βάψιμο των επιφανειών. Φυσικά, ιδιαίτερη φροντίδα έδωσε στην απόδοση των χρωμάτων και των συμβόλων της Παραγουάης όταν ζωγράφισε το χάρτη της Ν. Αμερικής. 
Στην Τετάρτη Δημοτικού ο δάσκαλος ανέθεσε μια ομαδική εργασία και μαζευτήκανε πεντέξι στο σπίτι ενός συμμαθητή τους. Αυτός λοιπόν είχε δικό του δωμάτιο, πράγμα σπανιότατο για την εποχή, αλλά αυτό που του έκανε εντύπωση και που ζήλεψε πάρα πολύ ήταν ο χάρτης που ήταν κρεμασμένος σε έναν τοίχο. Ένας χάρτης που ήταν ολόιδιος με αυτόν που είχανε στην τάξη. Προσπάθησε να πείσει τους γονείς του να του αγοράσουν έναν ίδιο αλλά καθώς δεν είχε δικό του δωμάτιο, η μητέρα του δεν ήθελε να τον κρεμάσει στο καθιστικό.
Άρχισαν να του παίρνουν όμως την εγκυκλοπαίδεια Δομή σε τεύχη, από το περίπτερο. Επιτέλους, θα ταξίδευε σ’ όλο τον κόσμο με τους λεπτομερείς χάρτες της εγκυκλοπαίδειας, ξέχωρα που θα μάθαινε κι ένα σωρό πληροφορίες για τις χώρες που τον ενδιέφεραν: Ανδόρρα, Λίχτενστάιν, Μπουτάν, Άγιος Μαρίνος, Παραγουάη. Τα χρόνια που ακολούθησαν διάβασε όλη την εγκυκλοπαίδεια, τεύχος – τεύχος, τόμο – τόμο. Πρέπει να είναι ένας από τους ελάχιστους που διάβασαν ολόκληρη τη Δομή – ίσως αυτός και ο πιτσιρικάς της διαφήμισης «Μα ποιος είσαι, η Δομή είσαι;»
Τότε κυκλοφορούσε και μια γκοφρέτα της «ΜΕΛΟ» που περιείχε αυτοκόλλητα χαρτάκια με εθνικές ενδυμασίες και σημαίες των κρατών. Αν συμπλήρωνες το άλμπουμ, κέρδιζες ένα ποδήλατο ή μια μπάλα. Φυσικά, αγόραζε μετά μανίας τις γκοφρέτες για να συμπληρώσει το άλμπουμ που, όμως, έμεινε για πάντα λειψό αφού κάποια χαρτάκια η εταιρία φρόντισε να τα βγάλει σε πολύ μικρή ποσότητα.
Ποτέ δεν έχασε το ενδιαφέρον του για τους χάρτες. Μέσα στο αυτοκίνητο είχε ένα χάρτη της Ελλάδας αλλά κι έναν της Ευρώπης ενώ πάντα ήταν ενημερωμένη και φορτισμένη η συσκευή GPS – για κάθε ενδεχόμενο.
Όταν έμαθε πως υπάρχει ένα πρόγραμμα στον υπολογιστή που σου δείχνει όλη την υδρόγειο με διαδραστικούς χάρτες, δορυφορικές φωτογραφίες, βίντεο και πληροφορίες, έσπευσε να αγοράσει έναν. Με πολύ κόπο κι αφού τον βοήθησε ένα γειτονάκι του φοιτητής, έμαθε να χειρίζεται τον υπολογιστή. Όλες τις ελεύθερες ώρες του (και είχε πάρα πολλές καθώς δεν έτυχε να κάνει οικογένεια) τις περνούσε μπροστά στην οθόνη του υπολογιστή ταξιδεύοντας είτε βλέποντας εικόνες και διαβάζοντας άρθρα είτε στο Google Earth. Όταν μάλιστα ανακάλυψε και το Street View, ο καναπές του έγινε μαγικό ιπτάμενο χαλί που πάνω του θα περιδιάβαινε όλη την υφήλιο – εκτός από την Παραγουάη. Το αυτοκίνητο της Google δεν πέρασε από αυτήν τη χώρα ενώ είχε φωτογραφίσει όλη τη Ν. Αμερική πλην του δάσους του Αμαζονίου.
Δεν έβλεπε την ώρα να τελειώσει την άχαρη και πληκτική του δουλειά στο Δήμο της μικρής επαρχιακής πόλης όπου ζούσε για να πάει στο σπίτι του και να βυθιστεί στο Street View. Ένιωθε σα να κρατούσε όλη τη Γη στα χέρια του γλιστρώντας ανάμεσα στους δρόμους του κόσμου, κρυφοκοιτώντας τις αγορές, τις πλατείες, τα σπίτια, χωρίς να τον βλέπει κανείς.
Με τον καιρό η συνήθεια έγινε εμμονή και η εμμονή μονομανία. Οι έτσι κι αλλιώς λιγοστές έξοδοι έγιναν σπανιότερες και με τον καιρό έβγαινε έξω μόνο για να ψωνίσει τα απαραίτητα.
Κάθε μέρα εξερευνούσε και μια γειτονιά του κόσμου. Κάθε μέρα και μια γειτονιά, κάθε εβδομάδα και μια πόλη, κάθε μήνα και μια χώρα. Και η Παραγουάη εκεί, μια άσπρη τρύπα στο Google Maps με το καταραμένο αυτοκίνητο της Google να μην καταδέχεται να τη φωτογραφίσει.
Αυτό τον έτρωγε. Η Παραγουάη. Πώς να πάει που ήταν στην άλλη άκρη του κόσμου και χρειαζόταν ένα σωρό λεφτά, λεφτά που δεν του περίσσευαν. Δε θα πήγαινε, τι να γίνει; Η Παραγουάη θα έμενε εκεί, μακριά, απρόσιτη και ανεξερεύνητη γι’ αυτόν, ένα όνειρο ζωής απραγματοποίητο για πάντα.
Χάζευε τη θέα από τον όγδοο όροφο του ξενοδοχείου στην Ασουνσιόν και δεν μπορούσε να συνειδητοποιήσει πως βρισκόταν στην Παραγουάη. Έξι ημέρες πριν, άδειασε τον πενιχρό του λογαριασμό στην τράπεζα και μετά από τρεις ημέρες ταξίδι, έφτασε στην πρωτεύουσα αυτής της παράξενης, περίκλειστης χώρας. 
Ήταν κουρασμένος και ζαλισμένος από το Jet lag, μα η έξαψη που ένιωθε δεν τον άφηνε να χαλαρώσει. Πήρε το πορτοφόλι και το εξελιγμένο κινητό του με το ενσωματωμένο GPS και βγήκε έξω στην υγρή και θερμή νύχτα. Ήθελε να περπατήσει, να γίνει ένα με την πόλη. 
Προχώρησε βόρεια, πέρασε τη Plaza de la Liberta και κατευθύνθηκε προς τον ποταμό Παραγουάη – το ίδιο και τα δύο πρεζόνια που τον ακολουθούσαν. Όταν έφτασε στην όχθη του ποταμού, τον πλεύρισαν και του ζήτησαν το κινητό και όσα χρήματα είχε πάνω του. Πανικόβλητος, έκανε να τρέξει αλλά το στιλέτο του έκοψε τη φόρα.
Πήραν το κινητό του, έψαξαν το πορτοφόλι του και πήραν από μέσα τα λίγα μετρητά και την κάρτα Visa. Μέσα στην εσωτερική τσέπη του σακακιού του βρήκαν μια έγχρωμη ζωγραφιά με κάτι ανθρώπους που κρατούσαν σημαίες διαφόρων χωρών. Μια απ’ αυτές ήταν και της Παραγουάης. Ο μεγαλύτερος από τους δυο πήρε τη ζωγραφιά και την έχωσε στην τσέπη του. Θα την έδινε στον μικρό του αδελφό, στη φαβέλα. 
Πέταξαν το πτώμα στο ποτάμι και τους αγκάλιασε η νύχτα.

Πέμπτη 11 Φεβρουαρίου 2016

Combat!

Ο Θανάσης έκανε τον λοχία Σώντερς – και όχι άδικα. Ήταν έναν ολόκληρο χρόνο μεγαλύτερος, η μάνα του είχε το ψιλικατζίδικο της γειτονιάς και, τέλος, είχε ένα αυτόματο Tommygun σαν του Σώντερς. 
Εγώ ήμουν ο Κίρμπυ. Μου άρεσε το τεράστιο οπλοπολυβόλο που κουβαλούσε. Πήρα τη θέση αυτή επάξια, αφού είχα απαλλοτριώσει έναν τεράστιο πλαστικό μονωτικό σωλήνα – φυσοκάλαμο το λέγαμε τότε – από το διπλανό γιαπί. Επάνω σ’ αυτόν τον πλαστικό σωλήνα είχα προσαρμόσει κι άλλους μικρότερους για σκόπευτρο, κοντάκι, σκανδάλη. Μέχρι και γεμιστήρα είχα προσαρμόσει επιστρατεύοντας τέσσερα πακέτα Καρέλια του πατέρα. Κακά τα ψέματα. Το Τόμσον του Θανάση ήταν αξεπέραστο. Έπαιρνε μπαταρίες κι όταν πατούσες την σκανδάλη έβγαζε ήχους πυροβολισμών κι αναβόσβηνε ένα κόκκινο λαμπάκι στην κάνη. Κι αφού ο Θανάσης δεν ήταν αναγκασμένος να κάνει με το στόμα του τους ήχους πυροβολισμών, μπορούσε να πυροβολεί και να βγάζει με τα δόντια του την περόνη της χειροβομβίδας ταυτόχρονα – πράγμα πολύ κρίσιμο για τη νικηφόρα κατάληξη της μάχης. Όλοι το κοιτάγαμε το όπλο του Θανάση και σκάγαμε από τη ζήλια μας.
Καμιά δωδεκαριά χρόνια αργότερα, στο Στρατό, είχα στην αποθήκη οπλισμού σαν αποθηκάριος δέκα αληθινά Τόμσον και πέντε οπλοπολυβόλα Bar. Σιχάθηκα να τα καθαρίζω μετά από τις βολές που κάναμε.
Λιτλ Τζων ήταν ο Γιάννης λόγω ονόματος, ο γιατρός ήταν ο Νίκος που ήθελε να σπουδάσει Ιατρική όταν θα μεγάλωνε κι ο Άρης έκανε τον Κέιτζ για λόγους που δε θυμάμαι.
Το διπλανό γιαπί ήταν το πεδίο της μάχης. Χιλιάδες Γερμανοί φώλιαζαν εκεί μέσα. Κάθε μέρα τους ξετρυπώναμε και ποτέ δεν τελείωναν. Ρίξαμε εκατομμύρια σφαίρες, χιλιάδες χειροβομβίδες αλλά τα καταφέραμε. Απελευθερώσαμε το κτίριο και ελεύθερο πια, δέχτηκε τους ευτυχείς ενοίκους του. Επόμενο πεδίο μάχης, το παραδίπλα άδειο οικόπεδο. Εκεί, τα όπλα μας πήραν φωτιά. Εννοείται πως βάζαμε και κανονικές φωτιές χρησιμοποιώντας άδεια κονσερβοκούτια κατατροπώνοντας και εκεί τους μισητούς Γερμανούς.
Η σειρά «Combat!» προβαλλόταν από την ΥΕΝΕΔ στις αρχές της δεκαετίας του ’70 και όλα τα αγόρια την παρακολουθούσαμε.
Η δική μας «Μάχη» τελείωσε το καλοκαίρι του 1973 όταν τελειώσαμε το Δημοτικό. Αποστρατευτήκαμε μόνοι μας, έτσι ξαφνικά, χωρίς τιμές και παράσημα, δε μας ενδιέφεραν αυτού του είδους οι μάχες πια. Μας περίμεναν άλλου είδους μάχες.
Σκέφτομαι πως αν οι μαθητές μου έβλεπαν ένα επεισόδιο της σειράς, θα έπλητταν καθώς είναι μαθημένοι από διαδραστικά παιχνίδια μάχης στον υπολογιστή με εξελιγμένα γραφικά και απόλυτα αληθοφανή εφέ.
Μου περνάει από το μυαλό να τους μάθω να φτιάχνουν όπλα από φυσοκάλαμα και χειροβομβίδες από κονσερβοκούτια κι αυτή τη φορά να είμαι εγώ ο Σώντερς αλλά μου λείπει κάτι περισσότερο από το Τόμμυγκαν του Θανάση – μου λείπουν 45 χρόνια.

Σάββατο 2 Ιανουαρίου 2016

Το Στοιχειό

Γνώρισα το Στοιχειό στην εφηβεία μου κι από τότε δεν το αποχωρίστηκα – με στοίχειωσε. Ήταν καλός φίλος το Στοιχειό, με βοηθούσε. Μου έκανε παρέα στις μοναξιές μου, με παρηγορούσε στις στενοχώριες μου, με έβγαζε από τη δύσκολη θέση, με βοηθούσε στο διάβασμα, με ηρεμούσε όταν είχα τα νεύρα μου, πολλαπλασίαζε τη χαρά μου. Όλοι θα μπορούσαν να με εγκαταλείψουν, να με προδώσουν, να με τσαντίσουν, να με στενοχωρήσουν – το Στοιχειό ποτέ. Ήταν φίλος, βοηθός, συμπαραστάτης, μπιστικός, συνταξιδιώτης. Ήταν αποκούμπι, παρηγοριά, συμπαράσταση, ανακούφιση.
Το Στοιχειό με στοίχειωνε για 40 περίπου χρόνια, μέχρι που η αγκαλιά του άρχισε να γίνεται ασφυκτική, πνιγηρή. Κάποιες φορές στο παρελθόν προσπάθησα να το αποχωριστώ και τότε αυτό μου έδειχνε τα δόντια του και έκανε τον εναγκαλισμό του στενότερο. Δεν ήθελε να με αφήσει κι έτσι κι εγώ τρομαγμένος, γυρνούσα γρήγορα κοντά του.
Αυτή τη φορά όμως το αποχωρίστηκα. Περιέργως, δεν έφερε και πολύ μεγάλη αντίσταση. Ίσως η βαρενικλίνη να βοήθησε αποφασιστικά. Το έκλεισα το Στοιχειό σε μια γωνιά του μυαλού μου κι ελπίζω να μη το ξανασυναντήσω ποτέ.
Σταμάτησα το κάπνισμα στις 22 Σεπτεμβρίου με τη βοήθεια ενός φαρμάκου που μπλοκάρει τους υποδοχείς της νικοτίνης στον εγκέφαλο, αφού κάπνισα μέσα σε 40 χρόνια πάνω από 350.000 τσιγάρα δοκιμάζοντας όλες τις μάρκες που κυκλοφόρησαν ποτέ στην Ελλάδα και κάνοντας γόπες και στάχτη το αντίτιμο ενός διαμερίσματος.
Καταλαβαίνω πως η (όποια) ζημιά έγινε στο σώμα μου είναι μη αναστρέψιμη αλλά κάλλιο αργά, παρά ποτέ.
Τελείωσα με το κάπνισμα – το Στοιχειό δε θα με παραμυθιάσει άλλο.

Καλή Χρονιά με Υγεία.                                                  

Παρασκευή 1 Ιανουαρίου 2016

Καλή Χρονιά!

Όταν ήμουν πιτσιρικάς 10-12 χρονών, το έτος 2000 ήταν ορόσημο. Θα μετακινούμασταν με ιπτάμενα αυτοκίνητα, θα πηγαίναμε διακοπές στη Σελήνη, τα σχολεία θα είχαν καταργηθεί αφού το μάθημα θα γινόταν εξ αποστάσεως μέσω τηλεόρασης. Όλα αυτά τα διάβαζα τότε στις αρχές της δεκαετίας του ΄70 κι ευχόμουν να ήμουν από αυτούς που θα πήγαιναν τσάρκα στο φεγγάρι. 
Τίποτε από όσα είχαν προβλεφθεί δεν πραγματοποιήθηκε – ποιος θα μπορούσε να διανοηθεί τότε την κατάρρευση της ΕΣΣΔ – ενώ πραγματοποιήθηκαν άλλα που κανείς δε φανταζόταν όπως η δικτύωση μέσω του Internet, μια κατάκτηση του ανθρώπινου πνεύματος σημαντικότερη κι από την εφεύρεση της τυπογραφίας.
Αλλά μια στιγμή… Πέρασαν κιόλας 16 χρόνια από το 2000; Η ημερομηνία-ορόσημο, αυτός ο φουτουριστικός αριθμός είναι κιόλας παρελθόν; Κι εγώ γιατί δε φοράω ασημένια φόρμα; Οι πόρτες του σπιτιού μου γιατί δεν ανοίγουν μόνες τους και το σκούτερ μου δεν πετάει;
Δεν πειράζει. Μου αρκεί πως ο κόσμος από τότε έγινε πολύ καλύτερος. Αν σκεφθούμε μόνο πως Πρόεδρος των ΗΠΑ ήταν τότε ο Νίξον και σήμερα ο Ομπάμα, ε, πώς να το κάνουμε, η απόσταση είναι τεράστια.
Τα πολιτικά δικαιώματα, η χειραφέτηση των γυναικών, τα δικαιώματα των μειονοτήτων, η εκπαίδευση των παιδιών, η μεταχείριση των ζώων δείχνουν έναν κόσμο λιγότερο ρατσιστικό, λιγότερο σεξιστικό, περισσότερο δημοκρατικό - κι ας μην είναι το σκούτερ μου ιπτάμενο…
Καλή Χρονιά!

Ο φακός

Ήταν ένας φακός-πιστόλι φτιαγμένος από μαύρο, γυαλιστερό πλαστικό. Στην άκρη της κάννης βρισκόταν το λαμπάκι που άναβε με το πάτημα της σκανδάλης. Δώρο Χριστουγέννων του ’67 ή του ’68. Περίμενα πότε να βραδιάσει για να πυροβολώ με φως το σκοτάδι του πλυσταριού και του υπογείου μας.
Δεν ξέρω τι απέγινε. Χάλασε; Χάθηκε; Δε θυμάμαι. 
Και τι δε θα έδινα να το έβρισκα κάπου για να πυροβολήσω πάλι το σκοτάδι.

Κυριακή 20 Σεπτεμβρίου 2015

O φίλος μου ο Γιάννης έγινε βουλευτής!

Με τον φίλο μου τον Γιάννη αρχίσαμε να κάνουμε πολλή παρέα στο δεύτερο έτος της Παιδαγωγικής Ακαδημίας και σύντομα γίναμε κολλητοί. Όλοι γνωρίζουμε τι σημαίνει κολλητός/ή στα φοιτητικά χρόνια: Ατέλειωτες συζητήσεις, μοίρασμα, κοινά όνειρα και ανησυχίες, ξενύχτια με πιοτά και άπειρα τσιγάρα, χοντράδες που τις βαφτίζαμε πλάκες, γκομενοδουλειές, αλύπητο ξόδεμα του χρόνου και του εαυτού σου – εκείνα τα χρόνια είχαμε άφθονα αποθέματα και των δυο.
Ο Γιάννης ήταν ένα φτωχόπαιδο από το Σουφλί που έχασε τον πατέρα του σε μικρή ηλικία. Με φιλοξένησε ένα Σαββατοκύριακο στο σπίτι του, όπου γνώρισα και την μητέρα του, την κυρία Αποστολία, μια ταλαιπωρημένη γυναίκα, που με δυσκολία αλλά και με αξιοπρέπεια τα έβγαζε πέρα.
Εκείνη την εποχή, ήμουνα μέλος της ΚΝΕ όπως και χιλιάδες άλλοι νέοι της ηλικίας μου. Πίεζα λοιπόν σε κάθε ευκαιρία τον Γιάννη να ενταχθεί κι αυτός. Να τον στρατολογήσω δηλαδή. Χρησιμοποιώ τη λέξη χωρίς εισαγωγικά, επειδή αυτήν ακριβώς τη λέξη χρησιμοποιούσαμε.
Ο Γιάννης όμως, πέρα από το (έξυπνο) χιούμορ, την αφοσίωση, τη φυσική και ανεπιτήδευτη ευγένεια που απέπνεε, τη διακριτικότητα - χαρίσματα για τα οποία ήταν φίλος μου – είχε και μια κριτική σκέψη σπάνια για ένα παιδί 19 χρονών.
Έτσι, κάθε προσπάθεια που έκανα να τον στρατολογήσω στην ΚΝΕ, έπεφτε στο κενό. Δοκίμασα όλα τα κόλπα αλλά ο Γιάννης αποδομούσε κάθε μου επιχείρημα με στέρεα λογική αλλά και με έξυπνες ατάκες. Δεν ήταν απολιτίκ ούτε αδιάφορος για τα πολιτικά. Τα έβλεπε όμως όλα μέσα από ένα κριτικό πρίσμα. Ούτε γκόμενα Κνίτισσα μπορούσα να του ρίξω δίπλα του – το ύστατο όπλο – επειδή ο μπαγάσας ήταν και ωραίο παιδί με πολλές επιτυχίες εντός και εκτός Ακαδημίας και δε γυάλιζε το μάτι του για γυναίκα όπως όλων σχεδόν ημών των υπολοίπων.
Άρχισαν να με πιέζουν και στην ΚΝΕ. Άμα δε μπορούσα να πείσω τον κολλητό μου, τι θα έκανα στην Επανάσταση; Κινδύνευα να χαρακτηριστώ ο Ι5 της οργάνωσης.
Η αλήθεια είναι βέβαια πως δεν έβαλα και τα δυνατά μου, μη θέλοντας να χαλάσω τη φιλία για χάρη του ΚΚΕ. Έπρεπε να το καταλάβω από τότε, 35 χρόνια πριν, πως δεν ήμουνα εγώ για τέτοια. Πως θα περνούσα το υπόλοιπο του βίου μου ανέστιος πολιτικά, γεμάτος αμφιβολίες για τα πάντα και πνεύμα αντιλογίας.
Ο καιρός πέρασε γρήγορα, πήραμε πτυχίο, χαθήκαμε. Κάποια τηλέφωνα στην αρχή, και μετά ο Γιάννης μπήκε σε μια γωνιά του μυαλού μου, εκεί που βάζουμε όλα τα πολύτιμα της ζωής.
Πριν από χρόνια, διαβάζοντας το «Διδασκαλικό Βήμα», συνδικαλιστικό περιοδικό του κλάδου, είδα ένα άρθρο με το ονοματεπώνυμο του Γιάννη στις σελίδες του ΠΑΜΕ εκπαιδευτικών. Δε πίστευα στα μάτια μου! Τη μεγαλύτερη εντύπωση μου έκανε το ύφος του: Όχι μόνο ο γνωστός ξύλινος λόγος, μα το όλο γραπτό απέπνεε μια φοβέρα, ήταν σκοτεινό.
Η αλήθεια είναι πως κάτι είχα ακούσει αυτά τα χρόνια για την ένταξή του στο ΚΚΕ από συναδέλφους του ίδιου χώρου, αλλά αυτό με ξεπερνούσε. Ο Γιάννης ακολούθησε αντίστροφη πορεία: Αντί μεγαλώνοντας να οξυνθεί το αισθητήριο της κρίσης του, αυτό αμβλύνθηκε.
Τον ξαναείδα πριν από μερικά χρόνια σε μια συνδικαλιστική μάζωξη εδώ, στην Καβάλα. Αγκαλιαστήκαμε, σφίξαμε τα χέρια. Ζούσε με την οικογένειά του στη Θεσσαλονίκη εδώ και πολλά χρόνια, η γυναίκα του ήταν Σουφλιώτισσα, η κυρα – Αποστολία ήταν καλά.
Τη μικρή κουβέντα που κάναμε ανταλλάσσοντας απόψεις για τα εκπαιδευτικά πράγματα τη σταμάτησα τεχνηέντως όταν ο Γιάννης ανέφερε τον Καπιταλισμό και τα Μονοπώλια. Μπορεί ο καταραμένος Καπιταλισμός και τα άθλια Μονοπώλια να κατέστρεφαν τους εργαζόμενους όλου του κόσμου αλλά εγώ δε θα τα άφηνα να καταστρέψουν την παλιά φιλία μου με τον Γιάννη, όπως δεν τα άφησα και τρεις δεκαετίες πριν έστω και με αντεστραμμένους τους ρόλους. Αυτό ας εκληφθεί σα μια μικρή μου συμβολή στον αγώνα «ενάντια στον Καπιταλισμό και τα Μονοπώλια».
Δεν έχω θέμα που ο Γιάννης εντάχθηκε στο ΚΚΕ. Τιμή του και καμάρι του. Εξάλλου, ό,τι κάνει, το κάνει από ανιδιοτέλεια και μόνο, δεν περιμένει ανταλλάγματα. Ούτε και πληγώθηκε ο εγωισμός μου που δεν τον στρατολόγησα εγώ. Μόνο αναρωτιέμαι ποιες δυνάμεις τεκτονικής ισχύος επέδρασαν στο μυαλό του συντρίβοντας την κριτική του σκέψη. Ποια αλληλουχία γεγονότων λειτούργησαν σαν σκανδάλη στρέφοντάς τον προς τα εκεί. Τι ήταν αυτό που είδε και δεν το είδα εγώ; Άραγε διατηρεί ακόμη το χιούμορ του; Υπάρχει μια γωνιά του δικού του μυαλού που να διασώζεται η κριτική του σκέψη ή η μούχλα του Περισσού την κάλυψε κι αυτήν; Χρησιμοποιεί ακόμη τις έξυπνες ατάκες ή έχουν αντικατασταθεί από τσιτάτα του Μαρξ και του Λένιν;
Αλλά πάλι… (νάτες πάλι οι αμφιβολίες).
Μήπως αυτός είναι σωστός κι εγώ λάθος; Μήπως δε χρειάζεται και τόση αμφισβήτηση των πάντων; Μήπως στη ζωή χρειάζεται κι ένα καταφύγιο, μια βεβαιότητα; Και, εν τέλει, αυτός παλεύει με προσωπικό κόστος ξοδεύοντας πάρα πολύ από το χρόνο του για να καλυτερεύσει τον κόσμο ενώ εγώ αμπελοφιλοσοφώ στο Facebook.
Στις προηγούμενες Δημοτικές εκλογές ο φίλος μου ο Γιάννης ο Δελής ήταν υποψήφιος Δήμαρχος Θεσσαλονίκης με το ΚΚΕ και εκλέχθηκε δημοτικός σύμβουλος, επικεφαλής της παράταξής του. Στις εκλογές αυτές εκλέχθηκε βουλευτής στην Α Θεσσαλονίκης!
Α ρε Γιάννη, θα σε βλέπω στην τηλεόραση και θα λέω σ’ όλους «Αυτός είναι ο φίλος μου ο Γιάννης, από τα χρόνια εκείνα».

Τετάρτη 24 Ιουνίου 2015

Στο παγκάκι

Καθόντουσαν στο παγκάκι του ΚΤΕΛ. Και οι δύο, περασμένα τα ογδόντα χρόνια. Εκείνη είχε τα χέρια πλεγμένα στην ποδιά της φούστας της. Εκείνος, της τα κρατούσε με το ένα του χέρι ενώ το άλλο ακουμπούσε σε γροθιά στο παγκάκι. Δίπλα της, μια σακούλα με τον λογότυπο της Ευρωιατρικής. Αμίλητοι και οι δύο, κοίταζαν χωρίς να βλέπουν, απέναντι. Κάπου κάπου εκείνη ψιθύριζε κάτι κι εκείνος της απαντούσε – χωρίς να κοιτάζονται. Τους έβλεπα και τους δύο με την άκρη του ματιού μου κι αναρωτιόμουν τι να έγραφε άραγε η διάγνωση της Ευρωιατρικής.
Πόσο καιρό είχε να της πιάσει στο χέρι εκείνος, πότε άραγε να ήταν η τελευταία φορά που αγκαλιάστηκαν κι ενώθηκαν, τι σκέψεις έκαναν τώρα που καταλαβαίνουν πως ο χρόνος για εκείνη τελειώνει, πού να βρίσκονται τα παιδιά τους, πόσο μακρινά, μικρά κι ανούσια τους φαίνονται όλα αυτά που απασχολούν εμάς τους άλλους.
Το λεωφορείο ήρθε, σηκώθηκαν και οι δύο, μπήκαν μέσα με εκείνον να την ακουμπά στην πλάτη και κάθισαν στα μπροστινά καθίσματα. Αδιάφορος ο οδηγός, ξεκίνησε και χάθηκαν.

Πέμπτη 18 Ιουνίου 2015

Ένας αστικός μύθος

Σαν σήμερα πριν από 28 χρόνια έγινε ο τελικός του Ευρωπαϊκού τουρνουά μπάσκετ. Όλη η Ελλάδα ήταν καρφωμένη στην τηλεόραση για να παρακολουθήσει τον αγώνα της Εθνικής απέναντι στην πανίσχυρη τότε Σοβιετική Ένωση. Όλη η Ελλάδα; Όχι ακριβώς. Η αφεντιά μου εκείνη τη μέρα, λίγο πριν αρχίσει το ματς, επέλεξε να πάει σινεμά – χωρίς επιτυχία.
Πήγα στον Απόλλωνα που έπαιζε ένα τεχνοθρίλερ μάλλον δεύτερης διαλογής. Όταν πήγα να κόψω εισιτήριο, δε βρήκα κάποιον στο γκισέ. Απτόητος, έριξα μια ματιά παραμέσα όπου ένα κύριος σκούπιζε το πάτωμα. Τον ρώτησα πότε θα αρχίσει η παράσταση κι εκείνος αφού μου έριξε ένα βλέμμα που ήταν ένα μείγμα έκπληξης, οίκτου και απαξίας, με πληροφόρησε πως – φυσικά! – δε θα γινόταν σήμερα παράσταση. Τράβηξα λοιπόν κι εγώ στο πατρικό μου το σπίτι όπου είδα τον αγώνα μαζί με τον αδερφό μου.
Αυτή την ιστορία τη γνωρίζουν μερικοί φίλοι οι οποίοι υποψιάζομαι πως τη λένε χαμηλόφωνα και συνωμοτικά σε άλλους, σε στυλ : «Ξέρω-αυτόν-που-στο-Eurobasket-του-’87-πήγε-σινεμά». Πιστεύω δε, πως ήδη έχει εξελιχθεί σε κάποιου είδους αστικό μύθο!
Φίλαθλος δεν ήμουν ποτέ, το έχουμε ξεκαθαρίσει αυτό. Αλλά γιατί να μη δω έναν πραγματικά συναρπαστικό αγώνα που δε γίνεται βέβαια συχνά – κάθε άλλο – και να πάω… σινεμά;
Λοιπόν πέρα από το καλαμπούρι, εκείνη τη μέρα δεν ήθελα να συμμετέχω σε τίποτα, δεν ήθελα να δω και να ακούσω κανένα. Εκείνη τη μέρα δε θα με ένοιαζε κι αν ο Γκάλης έβγαινε ντυμένος μαζορέτα.
Εκείνη τη μέρα, η Νίτσα έπαιρνε το λεωφορείο για Αθήνα επειδή τελείωνε η δίμηνη άδεια λοχείας της και έπρεπε να παρουσιαστεί τη Δευτέρα 15 Ιουνίου στο σχολείο όπου υπηρετούσε πριν την άδειά της έχοντας μέσα στο αίμα της το φάρμακο που διέκοπτε τη παραγωγή του μητρικού γάλακτος. Εκείνη ειδικά τη χρονιά, ο συγχωρεμένος ο Τρίτσης που υποδυόταν τον υπουργό Παιδείας, αποφάσισε να επεκτείνει κατά μία εβδομάδα το διδακτικό έτος ντάλα καλοκαίρι, για να μάθουν τα παιδιά περισσότερα γράμματα.
Άπειροι και νέοι και οι δυο μας, δεν το παλέψαμε να παραταθεί κατά 10 ημέρες η άδειά της ώστε να κολλήσει σ’ αυτήν του καλοκαιριού κι έτσι το μωρό να θηλάσει όσο το δυνατόν περισσότερο διάστημα. Η αίτηση που κάναμε στην υγειονομική επιτροπή συνοδευόμενη από πιστοποιητικό του γιατρού που βεβαίωνε πως η νεαρή μητέρα θηλάζει, πετάχτηκε στο καλάθι των αχρήστων. Θα αντιτείνει κανείς πως ο δημόσιος υπάλληλος είναι στην υπηρεσία της Πολιτείας και τα υπόλοιπα παρέλκουν. Συμφωνώ, αρκεί να ισχύει για όλους – έτσι; Βλέπετε, το Δημόσιο φέρεται με αναλγησία και σκληρότητα στον υπάλληλο χωρίς τα κατάλληλα κονέ ενώ κάνει τούμπες στους άλλους, τους λίγους και εκλεκτούς.
Μετά τον αγώνα, κατέβηκα με το μηχανάκι να πάρω από το φαρμακείο του Καλαντζή που διημέρευε γάλα σε σκόνη για το μωρό. Διέσχισα το πάρκο του Φαλήρου, αφού η Ερυθρού ήταν γεμάτη αυτοκίνητα που κορνάριζαν και φιλάθλους που χοροπηδούσαν για την επιτυχία της εθνικής ομάδας.
Εμένα δε με ένοιαζε καθόλου το όλο πανηγύρι. Με ένοιαζε που μια μητέρα κι ένα μωρό στερήθηκαν το δικαίωμα στο θηλασμό για το τίποτα...

Ο Γκώγκος



Είδα τη φωτογραφία στο σουβλατζίδικο του Δεληκάρη και τον θυμήθηκα.Τον Γκώγκο τον ήξερε όλη η Καβάλα. Όταν σε συναντούσε, σε ρωτούσε « Έχεις ένα τσιγάρο πατριώτ’;». Τον συναντούσα συνήθως στο τελευταίο βραδινό αστικό λεωφορείο όταν γυρνούσα σπίτι από τα Αγγλικά ή το φροντιστήριο, στα τέλη της δεκαετίας του ’70 και χάζευα το χαμόγελο, την ελαφράδα και το καθάριο της ψυχής του. Αν υπάρχει Θεός, σίγουρα θα του κερνάει τσιγάρο και θα τον κάνει γούστο κι Αυτός.

Τρίτη 2 Ιουνίου 2015

Μια βόμβα στα θεμέλια του Ομήρου

Το ηρωικό ιδεώδες, έτσι όπως εκφράζεται στον Όμηρο, αναφέρεται στον άνθρωπο που επιλέγει την σύντομη και ένδοξη ζωή, ενώ περιφρονεί την μακρά, ήσυχη και άδοξη ζωή. Αυτό το ιδεώδες, ενσαρκώνεται τέλεια στον Αχιλλέα, ήρωα-πρότυπο της εποχής. Πράγματι, η τιμή, το θάρρος, η ανδρεία, η γενναιότητα, η περιφρόνηση προς τον θάνατο, η υπόληψη, ο σεβασμός από εχθρούς και φίλους είναι οι υψηλές αρετές για τον άνδρα – πρότυπο, τον Αχιλλέα.
Όλα αυτά όμως, τα τινάζει στον αέρα ένα μικρό απόσπασμα από την Οδύσσεια. Πέντε μόλις στίχοι αρκούν για να αποδομήσουν ολόκληρο το Ομηρικό – ηρωικό ιδεώδες, πέντε στίχοι που μπροστά τους στέκουν αμήχανοι οι Ομηριστές.
Ο Οδυσσέας στη λ ραψωδία, την επονομαζόμενη «Νέκυια», κατεβαίνει στον Άδη για να ζητήσει χρησμό από τον μάντη Τειρεσία προκειμένου να μάθει από πού πρέπει να περάσει για να γυρίσει στην Ιθάκη. Στον Άδη όμως οι νεκροί για να αναγνωρίσουν κάποιον και να του μιλήσουν, πρέπει να πιουν αίμα. Ο Οδυσσέας λοιπόν σφάζει αρνιά των οποίων το αίμα σχηματίζει μια μικρή λίμνη, οι νεκροί σκύβουν και το πίνουν κι έτσι μπορεί να συνομιλήσει μαζί τους. Η σκηνή αυτή είναι ανατριχιαστική, θυμίζοντας σημερινά θρίλερ – ή μήπως σωστότερα τα σημερινά θρίλερ θυμίζουν τη συγκεκριμένη σκηνή της Νέκυιας;
Ο Οδυσσέας λοιπόν συνομιλεί με τη μητέρα του, την Αλκμήνη, την Ιοκάστη, τη Φαίδρα, την Αριάδνη, τον Αγαμέμνονα, τον Μίνωα, τον Ηρακλή.
Η βόμβα όμως που γκρεμίζει από τα θεμέλια όλο το ηρωικό οικοδόμημα, βρίσκεται στη συνομιλία του Οδυσσέα με τον Αχιλλέα. Λέει λοιπόν ο πολυμήχανος στον Αχιλλέα:
«Μα σαν κι εσέ μακαριστός, ώ Αχιλλέα, δε βγήκε
στα περασμένα άλλος κανείς, μήτε θα βγη κατόπι·
γιατί σα θεό και ζωντανό οι Αργίτες σε τιμούσαν,
και τώρα μέγας και τρανός στους πεθαμένους είσαι·
για δαύτο πως απέθανες μη θλίβεσαι, Αχιλλέα». (Μετάφραση Αργύρη Εφταλιώτη)
Και να τι του απαντά ο νεκρός Αχιλλέας:
«Περίλαμπρε Οδυσσέα,
το θάνατο μη μου ζητάς με λόγια να γλυκάνης.
Κάλλιο στη γης να βρίσκομουν, κι ας δούλευα σε ανθρώπου
μικρού, με δίχως βιός πολύ, παρά στον Άδη να είμαι,
και βασιλέας να λέγουμαι των πεθαμένων όλων».
Δούλος φτωχού ανθρώπου και ζωντανός, παρά βασιλιάς των πεθαμένων! Ποιος το λέει αυτό; Ο ένδοξος Αχιλλέας!
Και πώς αρχίζει; Λέγοντας «μη δη μοι θάνατόν γε παραύδα, φαίδιμ᾿ Οδυσσεύ» δηλαδή «Δε μας παρατάς ρε Οδυσσέα που πας να χρυσώσεις το χάπι». Ο Αχιλλέας προτιμά να είναι «επάρουρος» επάνω στη γη δηλαδή, «ανδρὶ παρ᾿ ακλήρῳ» υποτακτικός πάμπτωχου ανθρώπου παρά «πάσιν νεκύεσσι καταφθιμένοισιν ανάσσειν», δηλαδή να βασιλεύει σε άψυχους.
Πώς τρύπωσαν αυτοί οι πέντε στίχοι στο Ομηρικό οικοδόμημα υπονομεύοντάς το;
Είναι μεταγενέστερη προσθήκη; Ποιος το έβαλε εκεί μέσα αν είναι έτσι;
Νομίζω πως η απάντηση βρίσκεται στην αγάπη των Ελλήνων για τη Ζωή, το Φως καθώς και την πεποίθησή τους για το αμετάκλητο του θανάτου. Δεν πίστευαν – δεν καταδέχονταν να πιστέψουν – σε μια μεταθανάτια ζωή. Αγαπούσαν τη ζωή αυτή και πάσχιζαν να την απαλύνουν με την Τέχνη, τον Έρωτα, τη Φιλοσοφία, τον Ορθό Λόγο.
Να γιατί ακόμα και ο «μακάρτατος» (καλότυχος) υπερήρωας Αχιλλέας επιθυμεί τη Ζωή και το Φως.
Κι εγώ τα επιθυμώ, ο ασήμαντος μπροστά στον Αχιλλέα – και δε ντρέπομαι καθόλου.
Εσείς;

Καλό Καλοκαίρι!

Τετάρτη 4 Μαρτίου 2015

Ciao e Buena Fortuna...

Την γνώρισα το Πάσχα του 1985. Κοινός μας γνωστός ήταν ο Άγγελος ο Παντούδης ο οποίος έκανε και τις συστάσεις. Ήταν Ιταλίδα – και της φαινόταν. Είχε μια κλασική ομορφιά και μια μελαχρινή σιλουέτα με αδρές γραμμές. Μου άρεσε και φύγαμε οι δυο μας για τη Θάσο, όπου δούλευα τότε. Γυρίσαμε όλο το νησί, πότε μόνοι μας και μετά και με τη Νίτσα που έμελλε να γίνει σύζυγός μου. Την έφερα μαζί μου και στην Καβάλα, όταν πήρα μετάθεση το 1989. Περάσαμε μαζί επτά χρόνια. Σαν γνήσια Ιταλίδα, είχε έντονο ταπεραμέντο και πολλές φορές ήταν ατίθαση – μια δυο φορές με άφησε στα κρύα του λουτρού μα μετά τα ξαναβρήκαμε. Θυμάμαι πως λίγο να την χάιδευες, ξεσηκωνόταν φασαριόζικα. Στο μεταξύ, κάτι η οικογένεια που με τα δύο παιδιά μεγάλωνε, κάτι που μεγάλωσα κι εγώ, ασχολιόμουν μαζί της όλο και σπανιότερα. Την αποχωρίστηκα ένα καλοκαίρι με πόνο ψυχής πουλώντας την σε κάποιον από ένα χωριό του κάμπου.
Ο μόλις 125 cc αλλά δίχρονος και θορυβώδης κινητήρας της σε συνδυασμό με τις κοντές σχέσεις του κιβωτίου ταχυτήτων έδιναν στη μικρή μοτοσικλέτα εκρηκτικές επιταχύνσεις. Λίγο παραπάνω να χάιδευες τη μανέτα του γκαζιού και ο μπροστινός τροχός βρισκόταν στον αέρα. Η απαράδεκτη όμως ιταλική ποιότητα κατασκευής δεν εγγυάτο πως θα φτάσεις σίγουρα στον προορισμό σου – με άφησε μερικές φορές στο δρόμο – αλλά τι είναι σίγουρο σ΄αυτή τη ζωή;
Gilera TG1-125 το όνομά της, μαύρο το χρώμα της, ΚΝ577 γράφει στην πινακίδα της. Αν την δείτε πουθενά πείτε της από μένα «Ciao e Buena Fortuna».

Παίξε μπάλα...

Τις προάλλες πέρασα από την πλατεία αργά το απόγευμα. Ο 11χρονος της Πέμπτης τάξης του σχολείου μας είναι μόνος του μέσα στο κρύο και στο μισοσκόταδο και κλωτσά την μπάλα στο τοιχείο. "Ο νους του στην μπάλα, αν άνοιγε και κανένα βιβλίο..." μονολογώ. Αμέσως μετά όμως σκέφτομαι κάποιον δάσκαλο χρόνια πριν να λέει σε έναν άλλο πιτσιρικά: "Ζαγοράκη παιδί μου, άσε πια αυτή τη μπάλα και διάβαζε τα μαθήματά σου! Τι θα κάνεις στη ζωή σου;". Κατεβαίνω από το μηχανάκι, πλησιάζω το αγόρι, αλλάζουμε μερικές πάσες, του λέω να βάλει το μπουφάν του να μην κρυώσει και φεύγω...