Πέμπτη 12 Ιανουαρίου 2017

ΧΑΜΕΝΟ ΜΟΝΟΠΑΤΙ

Περπατούσε στη μεγάλη λεωφόρο παρατηρώντας τα πάντα γύρω του. Τα πεζοδρόμια ήταν κατάμεστα από τον κόσμο, ο δρόμος γεμάτος αυτοκίνητα, τα μαγαζιά με ακριβές φίρμες. Τα πάντα του ήταν γνωστά αλλά και διαφορετικά. Έστρεψε το βλέμμα του προς τα πάνω και διάβασε την πινακίδα «Οδός Τσιμισκή». Συνέχισε, πέρασε τη μεγάλη πλατεία δίπλα στην οδό Αριστοτέλους όπως διάβασε στη πινακίδα και κατέβηκε στην παραλία, στην οδό Νίκης.
Ατένισε το Θερμαϊκό, κοίταξε αριστερά και είδε τον Πύργο. Η καρδιά του φούσκωσε από αγαλλίαση κι ένα πρωτόγνωρο αίσθημα ελευθερίας και λαχτάρας για ζωή – πραγματική ζωή. Άρχισε να περπατά στην παραλία προς τον Πύργο και σε λίγο τάχυνε το βήμα του, σχεδόν έτρεχε. Έκοψε δρόμο από τη θάλασσα τρέχοντας πάνω στα κύματα. Σε λίγα δευτερόλεπτα έφτασε από κάτω του. Κοίταξε ψηλά και είδε τη σημαία που κυμάτιζε. Είχε λωρίδες άσπρες και γαλάζιες εναλλάξ και στην επάνω γωνία της είχε έναν σταυρό. Τα μάτια του καρφώθηκαν επάνω της μέχρι που θόλωσε η ματιά του και η σημαία συγχωνεύτηκε με τον ασπρογάλαζο ουρανό.

Ξύπνησε κι έμεινε τελείως ακίνητος. Η μόνη πηγή φωτός στο πηχτό σκοτάδι της κρεβατοκάμαρας ήταν το φωτεινό καντράν του ηλεκτρονικού ξυπνητηριού και ο μόνος ήχος προερχόταν από την ανάσα της Σιμπέλ που κοιμόταν γαλήνια.
Σηκώθηκε ταραγμένος από το Όνειρο και βγήκε στο μπαλκόνι. Η πόλη κοιμόταν ακόμη ενώ στα αριστερά του, στην ανατολή, μια υποψία φωτός πάσχιζε να τρυπήσει το σκοτάδι – δε θα αργούσε να ξημερώσει. Έκανε καφέ προσπαθώντας να μη ξυπνήσει τη Σιμπέλ. Η γυναίκα του είχε εφημερία στο νοσοκομείο απόψε και θα χρειαζόταν και το τελευταίο δευτερόλεπτο ύπνου.
Η ταραχή του από το Όνειρο δε μειώθηκε καθόλου. Αισθανόταν μια ανείπωτη θλίψη, μια τραγική ματαίωση, μια απογοήτευση από κάτι που δε θα πραγματοποιούνταν ποτέ. Μα, κυρίως, αισθανόταν μια αλλαγή επάνω του, μια αλλαγή που δεν μπορούσε να προσδιορίσει ακόμη. Άνοιξε το ντουλαπάκι του μπάνιου και πήρε μέσα από ένα κουτάκι κρέμας νυκτός της Σιμπέλ ένα από τα Xanax που εκείνη έκρυβε εκεί. Ένα κύμα οίκτου γι αυτήν ήρθε να προστεθεί στα άλλα δυσάρεστα συναισθήματα που σύντομα το φάρμακο θα κατέστελλε.
Τρεις καφέδες, είκοσι σελίδες σημειώσεων και δύο ώρες αργότερα κατέβαινε με το αυτοκίνητο από το αριστοκρατικό προάστιο που ζούσε, την οδό Muhteşem Süleyman και σε λίγα λεπτά έφτασε στο σταθμό του Μετρό. Παρκάρισε, πήρε τον χαρτοφύλακά του, κλείδωσε το αυτοκίνητο. Μπήκε στο τρένο και μετά από τέσσερις στάσεις έφτασε στον προορισμό του.
Χαιρέτησε τον φύλακα της πύλης μ’ ένα νεύμα κι εκείνος του το ανταπέδωσε αδιάφορα. Ο Νικηφόρος Δούκας, του Αναστάσιου και της Ευδοξίας το γένος Φωκά, Λέκτορας του τμήματος Θεωρητικής Φυσικής σήκωσε το βλέμμα του στην τεράστια ανάγλυφη επιγραφή στη μετόπη του επιβλητικού κτιρίου που έγραφε «Selanik Üniversitesi Mustafa Kemal Atatürk». Μπήκε μέσα.


Το αμφιθέατρο ήταν κατάμεστο από φοιτηταριό. Ο Νικηφόρος ήταν ιδιαίτερα αγαπητός στα νέα παιδιά για το ενδιαφέρον που έδειχνε, για την αγάπη του στην επιστήμη που θεράπευε, για την εξαιρετική του μεταδοτικότητα, το πλούσιο βιογραφικό του και τις πολλές δημοσιεύσεις. Αριστούχος απόφοιτος του Πανεπιστημίου και αμέσως μετά διδακτορικό με πλήρη υποτροφία στο Stanford. Από εκεί θρήνησε τους γονείς του που σκοτώθηκαν σε τροχαίο έξω απ’ το Dimetoka που είχαν πάει για δουλειές. Έμπορος ο πατέρας του, καθηγήτρια Αγγλικών η μητέρα του, μοναχοπαίδι ο ίδιος, μεγάλωσε με σχετική άνεση. Από μικρός διακρινόταν στα Μαθηματικά και στη Φυσική, με τους δασκάλους και τους καθηγητές του να παινεύουν το κοφτερό μυαλό του. Μετά τον χαμό των γονιών του ο Νικηφόρος αφοσιώθηκε ολοκληρωτικά στην επιστήμη του, κάνοντας και το μεταδιδακτορικό του στο Stanford. Απέρριψε την προσφορά του πανεπιστημίου να ακολουθήσει εκεί ερευνητική και ακαδημαϊκή καριέρα για να γυρίσει στην αγαπημένη του πόλη.
Παρά το λαμπρό βιογραφικό και την εξαιρετική ερευνητική δουλειά του, δεν επρόκειτο να ανεβεί καθηγητικές βαθμίδες. Ήταν χριστιανός και Ρωμιός – τι ειρωνεία όμως, ο Νικηφόρος δεν είχε καμιά εθνική ταυτότητα και συγχρόνως ήταν άθεος. Πίστευε στον ορθολογισμό, στη Λογική.
Κοίταξε το ακροατήριό του. Νέα παιδιά, αγόρια και κορίτσια αρκετά από αυτά με μαντίλα, τακτοποιούσαν τα πράγματά τους στα θρανία και έκλειναν τα κινητά τους. Ο Νικηφόρος κατέβηκε από το έδρανο, πλησίασε και άρχισε τη διάλεξη.
«Όπως συζητήσαμε και στην προηγούμενή μας συνάντηση, η ιδέα των παράλληλων κόσμων στην κβαντομηχανική είναι γνωστή από το 1957. Στη γνωστή λοιπόν "ερμηνεία των πολλαπλών κόσμων", κάθε σύμπαν γίνεται η "μήτρα" για νέα σύμπαντα, κάθε φορά που πραγματοποιείται μια καινούρια μέτρηση. Έτσι, σε αυτό το πολυσύμπαν υλοποιούνται όλα τα πιθανά σενάρια – σε κάποιους από αυτούς τους κόσμους, για παράδειγμα, η Αυστραλία αποικίστηκε από τους Πορτογάλους.
Ζούμε λοιπόν σε έναν μόνο από τους άπειρους κόσμους που υπάρχουν, κάποιοι από τους οποίους είναι πανομοιότυποι με τον δικό μας διαφέροντας ίσως κατά μερικά ηλεκτρόνια. Άλλοι είναι λίγο διαφορετικοί κι άλλοι εντελώς αγνώριστοι, ασύμβατοι θα έλεγα με τους νόμους της Φύσης που γνωρίζουμε όμως όλοι οι κόσμοι είναι "εξίσου πραγματικοί" και υπάρχουν συνεχώς μέσα στον χρόνο αλλά ο καθένας με τις δικές του ιδιαιτερότητες. Είναι τα κβαντικά φαινόμενα που εν τέλει κάνουν τους αρχικά όμοιους κόσμους να διαφοροποιούνται.
Το ριζοσπαστικό στοιχείο της καινούριας θεωρίας που προτείνεται από τους Howard Wiseman του Πανεπιστημίου Griffith στο Μπρισμπέιν της Αυστραλίας, μαζί με τους συνεργάτες του, Δρ. Michael Hall του ιδίου ακαδημαϊκού ιδρύματος, τον καθηγητή μαθηματικών Δρ. Dirk-Andre Deckert του Πανεπιστημίου Davis της Καλιφόρνια και τον καθηγητή Θεωρητικής Φυσικής Δ. Νανόπουλο του Πανεπιστημίου Ι. Καποδίστριας στην Κέρκυρα της Ιονίου Πολιτείας είναι ότι περιλαμβάνει υποθέσεις που δίνουν τη δυνατότητα να ελεγχθεί πειραματικά η ύπαρξη άλλων συμπάντων πέρα από το δικό μας.
Η πειραματική λοιπόν…»
Η πόρτα της αίθουσας άνοιξε με πάταγο και εισέβαλαν έξι άνδρες των ειδικών δυνάμεων της αστυνομίας. Ντυμένοι στα μαύρα, πάνοπλοι, με τα πρόσωπα καλυμμένα με κουκούλες, δρασκέλισαν ταχύτατα τα θρανία και άρπαξαν από τα μαλλιά μια φοιτήτρια και την έσυραν μαζί τους. Η κοπέλα προς έκπληξη όλων, άρχιζε να τους βρίζει δυνατά, ώσπου μια γροθιά στο πρόσωπό της την έκανε να σωπάσει. Οι αστυνομικοί κουβαλώντας σα σακί την κοπέλα βγήκαν από την πόρτα κι εξαφανίστηκαν.
Αμήχανη σιωπή έπεσε στην αίθουσα. Ο Νικηφόρος κοιτούσε τα παπούτσια του. Ήξερε την κοπέλα. Την έλεγαν Θεοδώρα Βάρδα. Ήταν χριστιανή και Ρωμιά.
Η Θεοδώρα Βάρδα, του Κωνσταντίνου και της Κασσιανής το γένος Ουρανού, φοιτήτρια Φυσικής, ανήκε στον επιχειρησιακό πυρήνα «Θεόδωρος Κολοκοτρώνης» του Ελληνικού Απελευθερωτικού Στρατού και συμμετείχε στην εκτέλεση του εισαγγελέα της Gümülcine, στην απαγωγή και δολοφονία του δημάρχου του İskeçe καθώς και σε οκτώ τοποθετήσεις βομβών σε όλη τη Μακεδονία. Ο Νικηφόρος δε θα την ξανάβλεπε ποτέ στα θρανία της σχολής – ούτε και κανείς άλλος, πουθενά.


Αργότερα την ίδια μέρα, χτύπησε η πόρτα του γραφείου του Νικηφόρου. Ήταν ο Ορχάν, πολύ καλός φίλος και συνάδελφος από το τμήμα Οθωμανικής Ιστορίας. Ήταν μικρόσωμος και εύσωμος, με παχύ μουστάκι. Ήταν ανύπαντρος και είχε τη φήμη μεγάλου γυναικά. Ο Νικηφόρος τον εκτιμούσε για το ακέραιο του χαρακτήρα του και την τιμιότητά του. Ο Ορχάν κάθισε στη δερμάτινη πολυθρόνα κι άναψε τσιγάρο.
-Μια σταλιά παιδί και να είναι μπλεγμένο με τρομοκράτες!
-Την ήξερα Ορχάν, ερχόταν στο γραφείο μου για επεξηγήσεις πάνω στο μάθημα. Ήταν τόσο ντροπαλή, που μετά βίας άκουγες τη φωνή της. Ανάθεμά τους, το πήραν στο λαιμό τους το παιδί.
-Έτσι είναι Νικηφόρε, την πληρώνουν οι ιδεολόγοι που κάποιοι τους φουσκώνουν τα μυαλά.
-Αυτοί οι κάποιοι φίλε Ορχάν, έχουν τα χέρια τους βαμμένα με αίμα. Αίμα Τούρκων, Βουλγάρων, Αρμενίων αλλά και Ρωμιών. Και το αίμα δεν οδηγεί πουθενά.
-Αχ Νικηφόρε, δε θα τους καταλάβουμε ποτέ – ειδικά εσύ που είσαι άπατρις, άθρησκος και φοβάμαι σε λίγο και ανέστιος. Τι γίνεται αλήθεια με τη Σιμπέλ;
-Προσπαθούμε Ορχάν. Προσπαθούμε να ξεπεράσουμε τα προβλήματα και να ξαναχτίσουμε τη σχέση μας, είπε ψέματα.
Άλλαξαν τη συζήτηση στα ποδοσφαιρικά και σε λίγο οι δύο φίλοι έφυγαν από το γραφείο.
Ο Νικηφόρος πήρε ταξί από το πανεπιστήμιο κι έφτασε στην Kemal Ahmet Arû. Μπήκε στο Lidl, αγόρασε χαρτομάντιλα κι ένα μπουκάλι νερό, πλήρωσε, βγήκε και πήρε ένα άλλο ταξί. Κατέβηκε στην Ebül'ula Mardin και περπάτησε μέχρι το νούμερο 16, απέναντι από Αντικαρκινικό Νοσοκομείο της πόλης. Άνοιξε την εξώπορτα και ανέβηκε στον πρώτο όροφο της παλιάς πολυκατοικίας. Ξεκλείδωσε τη θωρακισμένη πόρτα του μικρού διαμερίσματος που νοίκιαζε με ψεύτικο όνομα και μπήκε μέσα.


Το διαμέρισμα δύο του πρώτου ορόφου ήταν μικρό κι ανήλιαγο. Ακόμη και τη μέρα έπρεπε να ανάψει κανείς το φως για να βλέπει καλά. Είχε ένα μικρό καθιστικό, μια κρεβατοκάμαρα που χωρούσε μετά βίας το διπλό κρεβάτι και τη μονή ντουλάπα, μια κουζινίτσα κι ένα σπιθαμιαίο WC. Όλο το διαμέρισμα ήταν επιπλωμένο με φτηνά έπιπλα από το ΙΚΕΑ και είχε τα στοιχειώδη από ηλεκτρικό εξοπλισμό. Ο Νικηφόρος έβγαλε το κινητό του και το ρύθμισε σε αφύπνιση. Έβγαλε το σακάκι του, τα παπούτσια του, χαλάρωσε τη γραβάτα και σωριάστηκε στο κρεβάτι. Είχε λίγο χρόνο ακόμα κι έπρεπε να τον εκμεταλλευτεί για να ξεκουραστεί και να ελαφρύνει το κεφάλι του από το πρωινό Xanax. Αποκοιμήθηκε αμέσως.

Βρισκόταν σε μια μεγάλη πλατεία. Την αναγνώρισε αμέσως, ήταν η Cumhuriyet Meydani. Αυτή όμως στο κέντρο της είχε αρχαία ερείπια. Κοίταξε την πινακίδα στον τοίχο που έγραφε «Πλατεία Ναυαρίνου». Ένας βλογιοκομμένος τύπος τον πλησίασε.
-Φιλαράκι έχεις ένα ευρώ να πάρω μια τυρόπιτα;
O Νικηφόρος συγκλονίστηκε. Για πρώτη φορά υπήρχε αλληλεπίδραση σε Όνειρο. Σε όλα τα προηγούμενα, ήταν αόρατος παρατηρητής. Τώρα, όχι μόνο ήταν ορατός αλλά και αποτελούσε μέρος του κόσμου του Ονείρου.
Αιφνιδιασμένος, έβαλε το χέρι του στην τσέπη όπου είχε τα ψιλά του και του έδωσε ένα κέρμα.
Περπάτησε δύο τετράγωνα παραπάνω κι έφτασε στην αψίδα του Γαλέριου. Έβλεπε συνεπαρμένος γύρω του την αγαπημένη του πόλη, τόσο ίδια, τόσο διαφορετική – κι αυτή τη φορά, ήξερε πως ονειρευόταν. Αυτό του το όνειρο ήταν πιο πραγματικό από όλα τα άλλα αφού αισθανόταν με όλες του τις αισθήσεις, τα πάντα γύρω του.
Έβλεπε την πόλη του χωρίς τους μιναρέδες που πλήγωναν σαν καρφιά τον ουρανό της, άκουγε τη βοή της απαλλαγμένη από τη φωνή του Μουεζίνη, μύριζε την ανοιξιάτικη αύρα  - ελεύθερη από το φόβο του Τούρκου, θέλησε και να τη γευτεί. Κάθισε σε ένα καφενείο. Με δισταγμό, χτύπησε τα χέρια του. Ο καφετζής τον άκουσε και ήρθε. Κομπιάζοντας, παρήγγειλε καφέ. Ο καφετζής τον κοίταξε και χαμογέλασε.
-Από την Πόλη είσαι;
Ο Νικηφόρος σάστισε.
-Πώς το κατάλαβες;
-Από την προφορά σου. Ο συγχωρεμένος ο πεθερός μου ήταν από την Πόλη. Ήρθε στη Θεσσαλονίκη μετά τα Σεπτεμβριανά.
Λίγα λεπτά αργότερα, ο Νικηφόρος ρουφούσε τον βαρύ καφέ του. Από μέσα ακουγόταν ένα τραγούδι που τον καθήλωσε.
Ανάθεµά σε Πόλη, Φανάρι, Τσεζµετζέ
µε πήρες το πουλί µου που το `χα εγλεντζέ.
Ανάθεµά σε Πόλη την ώρα π’ άνοιγες
είπα να καζαντίσω κι εσύ µ’ αφάνισες
Τα μάτια του γέμισαν δάκρυα. Αυτό το τραγούδι του το έλεγε η γιαγιά του η Ειρήνη η Δούκαινα, αψηφώντας την απαγόρευση και κάνοντας τη μητέρα του έξαλλη που τους έβαζε σε τέτοιο θανάσιμο κίνδυνο.
Λίγα δευτερόλεπτα αργότερα, ένας γλυκανάλατος ήχος άρχισε να σκεπάζει το υπέροχο τραγούδι παίρνοντας γρήγορα τη θέση του. Ο ήχος της αφύπνισης του κινητού τον ξύπνησε.

Σηκώθηκε, πήγε στην κουζίνα και από ένα συρτάρι της έβγαλε ένα άσπρο δέμα με υφή που έμοιαζε με πλαστελίνη. Το πήρε και το τοποθέτησε στο τραπέζι του καθιστικού. Έχωσε μέσα του κάτι σαν στυλό, συνδεδεμένο με καλώδιο σε ένα κινητό τηλέφωνο παλιάς τεχνολογίας. Πήρε από το συρτάρι ένα ίδιο κινητό, έβαλε το σακάκι του, έδεσε τη γραβάτα του, έβαλε τα παπούτσια του και βγήκε από το διαμέρισμα παίρνοντας τηλέφωνο την αστυνομία.
Λίγα λεπτά αργότερα, όλο το τετράγωνο είχε περικυκλωθεί από περιπολικά, ασθενοφόρα και οχήματα της πυροσβεστικής. Αστυνομικοί εκκένωναν το κτίριο κουβαλώντας μερικοί στις πλάτες τους υπερήλικους και παιδιά. Ο Νικηφόρος ήταν στο πλήθος με τους περίεργους και παρατηρούσε. Μπροστά από τις πορτοκαλί κορδέλες της αστυνομίας, επικρατούσε χάος και πανικός από άνδρες που φώναζαν, κάτωχρες γυναίκες που έκλαιγαν, παιδιά σαστισμένα. Το όλο σκηνικό έμοιαζε με αστυνομική ταινία δράσης του Χόλυγουντ.
Κάποια στιγμή δεν έβγαιναν άλλοι αστυνομικοί από το κτίριο κι επικράτησε μια αλλόκοτη σιωπή. Ο Νικηφόρος έβγαλε το παλιό κινητό από την τσέπη του και πάτησε παρατεταμένα τον αριθμό 1.
Το κινητό τηλέφωνο στο διαμέρισμα δύο του πρώτου ορόφου στην οδό Ebül'ula Mardin 34 κουδούνισε μία φορά και έκλεισε το κύκλωμα στην μπαταρία του πυροκροτητή που ήταν χωμένος στο C4.
Δέκα Καλάσνικωφ, οχτώ πιστόλια Glock 19, τέσσερα RPG, είκοσι χειροβομβίδες MK3, τέσσερα Ούζι, 100 πυροκροτητές, είκοσι κιλά TNT και χιλιάδες σφαίρες εξαερώθηκαν στο μικρό διαμέρισμα που εξαφανίστηκε. Η μισή πολυκατοικία κατέρρευσε μέσα σε ένα σύννεφο σκόνης. Φλόγες και πυκνός καπνός υψώθηκαν ενώ όλα τα τζάμια της περιοχής έσπασαν.
Ο Νικηφόρος Δούκας, του Αναστάσιου και της Ευδοξίας το γένος Φωκά, αρχηγός της ομάδας «Θεόδωρος Κολοκοτρώνης» του Ελληνικού Απελευθερωτικού Στρατού, έσβησε τα ίχνη των συναγωνιστών στη γιάφκα που ήταν γνωστή στη Θεοδώρα Βάρδα. Έκανε μεταβολή και απομακρύνθηκε από το πλήθος.


-Ζούμε σε δέκα διαστάσεις αλλά δεν το αντιλαμβανόμαστε, είπε ο Νικηφόρος στους φοιτητές του. Κάθε φορά που γίνεται μια μέτρηση, κάθε φορά που παίρνουμε μια απόφαση, το Σύμπαν χωρίζεται στα δύο. Τα Σύμπαντα αυτά είναι χωρισμένα αμετάκλητα σε δύο διαφορετικά μονοπάτια και δεν μπορεί κανείς να μεταβεί από το ένα στο άλλο – το άλλο είναι για πάντα χαμένο. Φανταστείτε δύο φύλλα χαρτιού το ένα επάνω στο άλλο και όντα δύο διαστάσεων να ζουν σε αυτά. Μπορούν να μετακινηθούν εμπρός και πίσω, δεξιά και αριστερά επάνω στο χαρτί τους αλλά δεν μπορούν να το διαπεράσουν για να μεταβούν στο άλλο επειδή μια τέτοια μετάβαση απαιτεί τρεις και όχι δύο διαστάσεις. Τα Μαθηματικά των όντων αυτών, τους «δείχνουν» τα άλλα Σύμπαντα – φύλλα χαρτιού, όπως και τα δικά μας Μαθηματικά αποδεικνύουν το ίδιο. Έτσι, σε κάποιο Σύμπαν οι δεινόσαυροι δεν εξαφανίστηκαν, σε κάποιο άλλο η Γαλλική Επανάσταση δεν έγινε ποτέ κ.ο.κ.
Οι φοιτητές παρακολουθούσαν με ενδιαφέρον τον καθηγητή τους που όμως σήμερα τους φάνηκε διαφορετικός, σα να γέρασε σε μια μόλις μέρα. Ο Νικηφόρος ήταν ένας τυπικός μεσήλικας, μέσου αναστήματος, με γκρίζα έως άσπρα μαλλιά που αραίωναν ραγδαία. Τελευταία όμως είχε μαύρους κύκλους κάτω από τα μάτια και το σώμα του ήταν σκυφτό. Οι κακές γλώσσες έλεγαν πως ο καθηγητής είχε προβλήματα με τη γυναίκα του κι αυτό τον στενοχωρούσε πολύ.
Ήταν γεγονός πως ο Νικηφόρος είχε προβλήματα με τη Σιμπέλ. Είχαν να αγγιχτούν σαν ανδρόγυνο για πάνω από ένα χρόνο. Ήξερε πως η γυναίκα του διατηρούσε δεσμό με τον Ερόλ, συνάδελφό της στην παιδιατρική κλινική του Νοσοκομείου. Αγαπούσε τη Σιμπέλ με μία έννοια οίκτου και συμπόνιας. Η επιμελήτρια της παιδιατρικής κλινικής δεν μπορούσε να κάνει δικά της παιδιά. Αυτό την τσάκισε όπως και τους γονείς της. Τους γονείς της που δεν ήθελαν έναν Ρωμιό και χριστιανό για γαμπρό τους. Δεν μπορούσαν όμως να χαλάσουν το χατίρι της μοναχοκόρης τους και ο γάμος έγινε. Ο Νικηφόρος δε θα είχε πρόβλημα ο γάμος να γίνει με το μουσουλμανικό τυπικό ή ο ίδιος να γίνει μουσουλμάνος – καθότι άθεος και άπατρις – αλλά μεσολάβησε το Stanford. Το Stanford, τα Όνειρα, ο Skender και ο αρχηγός του Ελληνικού Απελευθερωτικού Στρατού, Διγενής.


Η αλλαγή του έγινε στο Stanford. Μέχρι τότε, ήταν απορροφημένος στο διάβασμα και δεν τον ενδιέφερε τίποτε άλλο. Η ζωή του ήταν Πανεπιστήμιο, διάβασμα, βιβλιοθήκη. Έκανε έναν δεσμό με μια κοπέλα συμφοιτήτριά του – τίποτε περισσότερο όμως.
Η μετάβασή του στις Η.Π.Α. δεν ήταν εύκολη. Έπρεπε να ξεπεράσει πολλά γραφειοκρατικά εμπόδια, πολλά προσκόμματα λόγω της καταγωγής του αλλά και να πείσει τους γονείς του που φοβόντουσαν πως το μοναχοπαίδι τους θα παραμείνει για πάντα στην ξενιτιά.
Στο Stanford υπέστη πολιτισμικό σοκ. Ήρθε για πρώτη φορά σε επαφή με πρωτόγνωρες γι αυτόν ιδέες, τάσεις, ρεύματα. Δημοκρατία, Ισονομία, Δικαιοσύνη, Ελευθεροτυπία, από αφηρημένες έννοιες μετατράπηκαν σε θαυμαστή καθημερινότητα. Φρεσκάδα πλημμύριζε το μυαλό του και τον αναζωγοονούσε.
Η πρώτη αλλαγή ήρθε με τα Όνειρα. Ονειρευόταν την πόλη του, όχι τη Selanik αλλά τη Θεσσαλονίκη, όχι Τουρκική αλλά Ελληνική, ενταγμένη σε ένα ελληνικό κράτος που εκτεινόταν από το Δεδέ Αγάτς που στα Όνειρα ονομαζόταν Αλεξανδρούπολη, μέχρι την Κρήτη και από την Κέρκυρα που μαζί με τα άλλα νησιά του Ιονίου δεν αποτελούσαν ανεξάρτητο κράτος αλλά ήταν ενταγμένα στην Ελλάδα μέχρι τη Ρόδο.
Τα Όνειρα είχαν το ίδιο μοτίβο: βρισκόταν πάντα στη Θεσσαλονίκη και την περιδιάβαινε με τον παράξενο τρόπο που τα όνειρα έχουν. Άλλοτε πετούσε από πάνω της, άλλοτε διαπερνούσε τοίχους, άλλοτε στεκόταν ακίνητος και απλά παρατηρούσε. Πάντα ξυπνούσε ταραγμένος και θλιμμένος έχοντας μια αίσθηση ματαίωσης.
Άρχισε το διάβασμα. Αρχαία Ελληνική Ιστορία, Ανατολική Ρωμαϊκή, Οθωμανική, Ιστορία της αποτυχημένης Επανάστασης 1821-1829 καθώς και Τουρκική. Δεν του έμενε καθόλου ελεύθερος χρόνος, αφού όταν δεν δούλευε επάνω στο διδακτορικό του, μελετούσε στη βιβλιοθήκη του Πανεπιστημίου. Στη βιβλιοθήκη γνώρισε τον Κούρδο τον Σκεντέρ. Ήταν διδακτορικός στην Οθωμανική Ιστορία, γεννημένος στις Η.Π.Α. Αυτός, μετά τα Όνειρα, πάτησε τη δεύτερη σκανδάλη του μυαλού του βάζοντάς του την ιδέα για ένοπλο αγώνα ανεξαρτησίας, στο πρότυπο του Ρ.Κ.Κ.
Ο Νικηφόρος δούλευε την ιδέα στο μυαλό του τα χρόνια που έμενε στις Η.Π.Α. Δεν τολμούσε να εκφράσει τις ιδέες του σε ανθρώπους της ομογένειας, αφού ο Σκεντέρ τον μύησε στις αρχές της συνωμοτικότητας. Ο ίδιος ο Σκεντέρ, ένας μικρόσωμος μελαχρινός αεικίνητος τριαντάρης, ήταν φανατικός αντιτουρκιστής και ζούσε με το όνειρο της ανεξαρτησίας του Κουρδιστάν. Μιλούσε με θαυμασμό για τον αρχηγό του, τον «Apo» και το πόσο γενναίος ήταν.
Όταν ο Νικηφόρος μεταδιδακτορικός πια του είπε πως φλεγόταν κι αυτός από την ιδέα του ένοπλου αγώνα, ο Σκεντέρ είχε τελειώσει το δικό του διδακτορικό στις πολιτικές επιστήμες κι εργαζόταν στην San Francisco Chronicle. Ο Σκεντέρ του υποσχέθηκε να τον φέρει σε επαφή με κάποιον από τα ηγετικά στελέχη του Ελληνικού Απελευθερωτικού Στρατού. Έτσι, ο Νικηφόρος γνώρισε τον Διγενή.


Αμέσως μετά την επιστροφή του στην τουρκική επικράτεια, ο Νικηφόρος γνώρισε τη Σιμπέλ που τον ερωτεύθηκε βαθιά. Παντρεύτηκαν σύντομα, παρά τις αντιρρήσεις των δικών της που όμως, έδωσαν μια σεβαστή περιουσία για προίκα. Περιουσία που ο Νικηφόρος διαχειριζόταν μόνος του αφού η Σιμπέλ του είχε τυφλή εμπιστοσύνη χρηματοδοτώντας μέρος του Αγώνα.
Καθώς περνούσαν τα χρόνια, ο γάμος του κατέρρεε. Ποτέ του δεν αγάπησε τη Σιμπέλ, την παντρεύτηκε από στυγνό υπολογισμό και μόνο. Με τον καιρό, στέγνωσε τελείως μέσα του. Το γεγονός πως η Σιμπέλ δεν μπορούσε να κάνει παιδιά τον συνέφερε διπλά: Από τη μία τα πεθερικά του ντροπιασμένα που η κόρη τους ήταν στέρφα άλλαξαν τη στάση τους απέναντί του και από την άλλη δεν είχε τίποτε που να αποτελεί τροχοπέδη στον Αγώνα. Ζούσε για τη Φυσική, τον Αγώνα για την Ανάσταση του Γένους και τα Όνειρα. Χωρίς αυτά τα τελευταία, η ζωή του δε θα είχε νόημα.
Δεν γνώρισε προσωπικά τον Διγενή, ακολουθώντας τους κανόνες συνωμοτικότητας. Επικοινωνούσε μαζί του μόνο μέσω συνθηματικών mail με Smartphone που το είχε μόνο γι αυτόν τον λόγο και πάντα μέσω δημόσιου ανοιχτού WiFi. Ο Διγενής ήταν πολύπλευρα μορφωμένος και είχε μια απάντηση και λύση στο καθετί. Το μόνο που ήξερε γι αυτόν ήταν πως έμενε στην Πάτρα, συνεπώς δεν ήταν Τούρκος πολίτης αλλά είχε Αιγυπτιακή υπηκοότητα, αφού όλος ο Μοριάς πέρασε στη διοίκηση του Μωχάμετ Άλυ ως ανταμοιβή για την κατάπνιξη της Επανάστασης.
Στρατολογούσε προσωπικό για την ομάδα από τους φοιτητές. Νέα παιδιά, με τη φλόγα μέσα τους, έδιναν τα πάντα για τον Αγώνα – μέχρι και τη ζωή τους, όπως η Θεοδώρα Βάρδα.
Η μέχρι τώρα δράση της ομάδας του αριθμούσε τρεις απαγωγές, έξι εκτελέσεις, τρεις ανεπιτυχείς απόπειρες και δεκαεννέα εκρήξεις βομβών. Μετά από κάθε ενέργεια ακολουθούσε προκήρυξη την οποία έγραφε ο ίδιος. Υπήρχαν άλλες δύο ομάδες. Η μία με την ονομασία «Ρήγας Φεραίος» ήταν στο Yenişehir και η άλλη με την ονομασία «Γεώργιος Καραϊσκάκης» στην Atina. Οι τρεις αυτές ομάδες αποτελούσαν τον Ελληνικό Απελευθερωτικό Στρατό. Όλες οι χώρες εκτός της Κύπρου χαρακτήριζαν τον ΕΛ.Α.Σ. τρομοκρατική οργάνωση.
Ο Διγενής, πέρα διαταγές, όπλα, χρήματα, συμβουλές επιχειρησιακής φύσης, έδινε στον Νικηφόρο και κάτι πολυτιμότερο. Του έδινε ελπίδα, σκοπό ζωής. Αυτός και τα Όνειρα.

Ο Βαρδάρης ξύριζε. Ο Νικηφόρος περπατούσε με τα χέρια στις τσέπες του μπουφάν του. Παρ’ όλο το κρύο, η Πλατεία Αριστοτέλους ήταν κατάμεστη από κόσμο. Οικογένειες με παιδιά, ζευγαράκια αλλά και ηλικιωμένοι γέμιζαν την κατάφωτη πλατεία. Χιλιάδες λαμπιόνια τη φώτιζαν κι ένα μεγάλο Χριστουγεννιάτικο δέντρο ήταν στημένο στο κέντρο της. Περιμετρικά της, υπήρχαν στολισμένα ξύλινα σπιτάκια που έδιναν στον κόσμο ζεστό κρασί με κανέλα και γλυκίσματα. Μπήκε στη σειρά και όταν ήρθε η σειρά του πήρε το πλαστικό κύπελλο και ήπιε μονορούφι το κρασί. Γυρνούσε κι αυτός με το πλήθος στην πλατεία, ρουφώντας τις εικόνες, τα τραγούδια, τα φώτα, τη γιορτινή ατμόσφαιρα. Έφτασε σε ένα πάγκο που πουλούσαν το μαλλί της γριάς. Ένα παιδί τον κοιτούσε επίμονα. Ο Νικηφόρος του χαμογέλασε κι εκείνο άρχισε να κλαίει. Η μαμά του το πήρε αγκαλιά και του ζήτησε συγγνώμη. Εκείνος έκανε μια γκριμάτσα κατανόησης και η μαμά κρατώντας το παιδί στην αγκαλιά της, ξεκίνησε να φύγει. Μετά από δυο βήματα, το παιδί γύρισε και φώναξε πάνω από την πλάτη της μητέρας του:
- Χάθηκε η ευκαιρία Νικηφόρε! Το μονοπάτι χάθηκε για πάντα!

Άνοιξε τα μάτια του τρομοκρατημένος. Ήταν κάθιδρος κι έτρεμε. Πήγε να σηκωθεί, όταν ένα γαντοφορεμένο χέρι τον τράβηξε πίσω στο κρεβάτι. Τρεις πάνοπλοι άνδρες των ειδικών δυνάμεων της αστυνομίας ήταν στην κρεβατοκάμαρά του. Ένας από αυτούς του φόρεσε μια μαύρη κουκούλα και κάποιος τον χτύπησε δυνατά στο κεφάλι. Λιποθύμησε.


Συνήλθε ξαπλωμένος σε ένα κελί. Το κεφάλι του τον πονούσε φριχτά. Σηκώθηκε τρεκλίζοντας και κάθισε πάλι κατάχαμα. Σκέφτηκε πως εδώ τελείωσαν όλα. Δεν ανησυχούσε. Οι συναγωνιστές του θα μάθαιναν τη σύλληψή του αφού το τακτικό οκτάωρο σήμα του δε θα στελνόταν και θα λάμβαναν τα μέτρα τους. Όσο για τον Διγενή, δεν υπήρχε περίπτωση να τον πιάσουν εξ αιτίας του. Το μόνο που μπορούσαν να του αποσπάσουν ήταν ο τόπος διαμονής του, η Πάτρα.
Αισθανόταν σχεδόν ανακουφισμένος. Όλα αυτά τα χρόνια, χωρίς παιδιά, χωρίς ουσιαστικά οικογένεια, κάνοντας διπλή ζωή κι έχοντας αφαιρέσει τη ζωή αρκετών ανθρώπων, άδειαζε σιγά σιγά ώσπου έμεινε ένα άδειο κουφάρι. Μόνο η Φυσική του έδινε λίγες μικρές χαρές. Ένας ψυχίατρος θα έκανε την ευκολότερη διάγνωση της καριέρας του. Είχε κατάθλιψη κι αυτό που τον κρατούσε από την αυτοκτονία ήταν τα Όνειρα.
Η πόρτα του κελιού άνοιξε και μπήκαν μέσα δύο άνδρες της αστυνομίας που του φόρεσαν χειροπέδες και τον πήραν μαζί τους. Αφού πέρασαν το διάδρομο και ανέβηκαν τις σκάλες, έφτασαν σε ένα γραφείο. Τον σώριασαν σε μια καρέκλα και κάθισαν δεξιά και αριστερά του.
Απέναντί του ήταν ένας ηλικιωμένος άνδρας με παχύ μαύρο μουστάκι και χοντρά μυωπικά γυαλιά. Κάπνιζε ένα βαρύ τούρκικο τσιγάρο. Ο Νικηφόρος τον αναγνώρισε. Ήταν ο Adnan Ersöz, επικεφαλής της Μ.Ι.Τ.
-Λοιπόν Νικηφόρε, αυτό είναι το τέλος. Έφτασες στο τέρμα της διαδρομής.
Ο Νικηφόρος δεν απάντησε.
-Φάνηκες αγνώμων απέναντι στο τουρκικό κράτος που ξόδεψε ένα σωρό χρήματα για τις σπουδές σου, φέρθηκες άνανδρα στη γυναίκα σου, πήρες στο λαιμό σου νέα παιδιά που θα μπορούσαν να έχουν μια ήσυχη ζωή κι έβαψες τα χέρια σου με αίμα.
-Χάσαμε μια μάχη, όχι τον πόλεμο, είπε ο Νικηφόρος. Στο τέλος θα νικήσουμε, θα δικαιωθούμε.
Ο ανακριτής άρχισε να γελά. Το γέλιο του σταδιακά γινόταν εντονότερο και κατέληξε να βήχει νευρικά. Κάποια στιγμή έβγαλε ένα μαντίλι, έβγαλε τα γυαλιά του και σκούπισε τα μάτια του από τα δάκρυα. Ξανάβαλε τα γυαλιά και τον κοίταξε εύθυμα.
-Να είσαι καλά Νικηφόρε, καιρό είχα να γελάσω έτσι! Βέβαια η κατάστασή σου μόνο για γέλια δεν είναι, σοβάρεψε ξαφνικά.
Τον Νικηφόρο τον έζωσαν τα φίδια. Φοβόταν πως εξαρθρώθηκε ολόκληρη η ομάδα του, η «Θεόδωρος Κολοκοτρώνης» και θα είχε την ίδια τύχη με εκείνον όταν το κεφάλι του Γέρου του Μοριά στάλθηκε παστωμένο στο αλάτι, πεσκέσι του Ιμπραήμ στον Σουλτάνο, τον Ιανουάριο του 1830.
-Φοβάσαι πως πιάσαμε τον Διγενή, έτσι δεν είναι;
Ένα κύμα πανικού τον πλημμύρισε. Τα άκρα του μούδιασαν, το στόμα του ξεράθηκε, η καρδιά του χτυπούσε ξέφρενα κι έγινε μούσκεμα στον ιδρώτα.
Ο ανακριτής φάνηκε να το διασκεδάζει. Έσκυψε μπροστά στην καρέκλα του και του είπε:
-Είναι στο δίπλα γραφείο. Θα τα πείτε κι από κοντά.
Τώρα τελείωσαν όλα, σκέφτηκε ο Νικηφόρος.
Ο Ersöz έκανε ένα νεύμα στους δύο ένοπλους αστυνομικούς. Εκείνοι χαιρέτησαν, έκαναν μεταβολή κι έφυγαν. Πατώντας ένα κουμπί στο τηλέφωνο είπε:
-Καιρός να γνωριστείτε με τον Διγενή.
Σε λίγα δευτερόλεπτα η πόρτα άνοιξε και μπήκε ο Ορχάν.


-Γεια σου Νικηφόρε, είπε ο Ορχάν.
Ο Νικηφόρος τον έβλεπε έκπληκτος και σοκαρισμένος. Είχε συνδυάσει τον Ορχάν με τους χώρους του Πανεπιστημίου κι εδώ του φαινόταν τόσο παράταιρη η παρουσία του. Τι σχέση είχε ο Διγενής με τον Ορχάν; Αυτός ήταν ένας καθηγητής Ιστορ…
Κατάλαβε. Τα κατάλαβε όλα με μια εξαιρετική ενέργεια και διαύγεια. Τόσα χρόνια ήταν υποχείριο, μια μαριονέτα στα χέρια των μυστικών υπηρεσιών. Όλος ο ΕΛ.Α.Σ. ήταν ένα κατασκεύασμά τους κι αυτός ένα πιόνι στο παιχνίδι τους.
-Έτσι ακριβώς είναι Νικηφόρε, είπε ο Ορχάν μαντεύοντας τη σκέψη του. Είμαι υπερήφανος για την ιδέα μου – δική μου ήταν η ιδέα. Δυστυχώς δεν πήρα καμία δόξα, αφού αυτή την υπόθεση τη γνωρίζουν ελάχιστοι. Θα σου δοθούν οι δέουσες εξηγήσεις, μην ανησυχείς.
Η πόρτα χτύπησε διακριτικά κι ένας σερβιτόρος με άψογη άσπρη στολή έφερε τρία φλιτζάνια και μια κανάτα τσάι. Με ένα νεύμα του διοικητή της ΜΙΤ έφυγε το ίδιο διακριτικά.
-Ας πιούμε το τσάι μας για χάρη της παλιάς μας φιλίας, έτσι Νικηφόρε;
Μηχανικά έπιασε την κούπα με τα δυο του χέρια και ήπιε ανόρεχτα. Αισθανόταν το μυαλό του να αδειάζει σιγά σιγά, αρνούμενο να δεχτεί τα γεγονότα, απορρίπτοντας την πραγματικότητα.
 -Για να είμαι ειλικρινής, το κόλπο είναι παλιό. Διεισδύεις σε μια ομάδα κι αντί να την εξαρθρώσεις, τη χρησιμοποιείς είτε για τους δικούς σου σκοπούς είτε για να τραβάς σαν μαγνήτης και να αποσύρεις από την κυκλοφορία άτομα που είναι επιρρεπή στην τρομοκρατία. Στη δική μας περίπτωση, κατασκευάσαμε μόνοι μας τον ΕΛ.Α.Σ. από την αρχή. Ο πράκτοράς μας ο Σκεντέρ σε παρατήρησε πως ενδιαφερόσουν για θέματα έξω από την επιστήμη σου κι έτσι σε πλησίασε κι εσύ έπεσες στην παγίδα της ΜΙΤ αλλά και της CIA - ο Σκεντέρ αμείβεται και από τις δύο υπηρεσίες. Βλέπεις, όλοι θέλουν να τα έχουν καλά με την Τουρκία. Μια Τουρκία με όλο το Αιγαίο δικό της και ολόκληρα τα Βαλκάνια, έχει τεράστια στρατηγική σημασία.
Η ύπαρξη τρομοκρατικών οργανώσεων βολεύει όλους. Βολεύει τις μυστικές υπηρεσίες που δικαιολογούν τεράστια κονδύλια, βολεύει το κράτος που κρατά συσπειρωμένο και φοβισμένο τον κόσμο, βολεύει και την εξουσία που τη χρησιμοποιεί για τους σκοπούς της. Η Θεοδώρα Βάρδα όταν πατούσε τη σκανδάλη σκοτώνοντας τον εισαγγελέα της Gümülcine δε φανταζόταν πως αυτός ο άτυχος είχε βλέψεις για την αρχηγία του κυβερνώντος κόμματος.
Ο Νικηφόρος παρακολουθούσε μηχανικά. Ένιωθε φυλακισμένος μέσα στο ίδιο το μυαλό του.
 -Έχετε εκφυλιστεί φίλε μου. Στις προκηρύξεις αυτοπροσδιορίζεστε σαν «Γένος» κάτι τέτοιο όμως δεν υφίσταται – τουλάχιστον μέσα στην τουρκική επικράτεια. Συμβιβαστήκατε; Φοβάστε; Ξεχάσατε τη σπορά σας; Όλα μαζί; Γεγονός είναι πως σε δύο με τρεις γενιές δεν θα υπάρχει ελληνική εθνική συνείδηση. Δεν το βλέπεις κι εσύ Νικηφόρε; Τα παιδιά σας μιλούν τουρκικά κι όλο και λιγοστεύουν αυτά που ξέρουν να μιλούν λίγα σπαστά ελληνικά. Ξεχάσατε τα τραγούδια σας, τα παραμύθια σας, τις συνήθειές σας. Όσο για την Εκκλησία σας, αυτή Νικηφόρε, ανήκει ολόκληρη σε εμάς. Είναι η τελευταία κλωστή που σας συνδέει με το παρελθόν σας, η τελευταία κολλητική ουσία αλλά κι αυτήν θα την εκφυλίσουμε – όλα με τη σειρά τους.
Είχατε την ευκαιρία σας, Νικηφόρε. Είχατε την ευκαιρία και τη χάσατε. Επί δύο χρόνια σταματήσατε την εξέγερση και κάνατε εμφύλιο! Στον εμφύλιο που όχι μόνο εξαντλήσατε τη δυναμική σας αλλά κατασπαταλήσατε και το δάνειο που πήρατε για τον αγώνα σας! «Εάν μισούνται ανάμεσό τους δεν τους πρέπει ελευθεριά». Έτσι δεν το έγραψε ο Σολωμός; 
Ξέρεις, μερικές φορές αναρωτιέμαι ποιο ήταν το κρίσιμο σημείο, αυτό που καθόρισε την τύχη όλων μας. Σαν ιστορικός, κατέληξα πως το σημείο καμπής ήταν η απόσυρση του αγγλικού στόλου από το Ναυαρίνο. Οι Άγγλοι άλλαξαν την πολιτική τους μετά το θάνατο του Κάνιγκ και προσέγγισαν την Οθωμανική Αυτοκρατορία η οποία – πανέξυπνη κίνηση του Μαχμούτ Β΄ - ξεπλήρωσε το δάνειο που χρωστούσαν οι εξεγερμένοι. Μετά από αυτό, όπως κι εσύ γνωρίζεις, απέσυραν τους στόλους τους η Γαλλία και η Ρωσία αναζητώντας κι αυτές την εύνοια του Σουλτάνου.
Τα υπόλοιπα είναι γνωστά σε όλους. Ο Ιμπραήμ έπνιξε στο αίμα τον Μοριά.
Αν γινόταν ναυμαχία στο Ναυαρίνο, ποιος ξέρει πώς θα ήταν τα πράγματα τώρα. Ίσως να ήσασταν με δικό σας κράτος και να ακολουθούσαν το παράδειγμά σας και τα άλλα έθνη των Βαλκανίων. Η Ιστορία δεν γράφεται με «αν» όμως Νικηφόρε. Ό,τι έγινε, έγινε.
Ο Νικηφόρος ήταν ήρεμος. Ένιωθε πως τον παρακολουθούσε από κάπου μακριά. Δεν τον ενδιέφερε τίποτε τώρα πια. Όλη η ζωή του ήταν ένα ψέμα, μια αυταπάτη. Ό,τι έκανε, ένα τεράστιο λάθος – εκτός από τη Φυσική.
Ο αμίλητος τόση ώρα διοικητής, είπε:
-Κατά κάποιο τρόπο, θα πρέπει να είσαι υποχρεωμένος στον Ορχάν, αφού σου έδωσε ένα κίνητρο ζωής τόσα χρόνια. Όσο για σένα, το πτώμα σου θα βρεθεί στο στραπατσαρισμένο σου αυτοκίνητο, θύμα τροχαίου. Οι φοιτητές σου θα στενοχωρηθούν αλλά θα το ξεπεράσουν, η καημένη η Σιμπέλ θα ξαναφτιάξει τη ζωή της, ο Διγενής θα βρει άλλον αρχηγό και η Γη θα εξακολουθήσει να γυρίζει. Το τσάι σου είχε ισχυρό υπνωτικό και σε λίγο θα πεθάνεις.

Έκανε βόλτα στην παραλία της Θεσσαλονίκης. Ήταν κατά πολύ νεώτερος και κρατούσε από το ένα χέρι του ένα κοριτσάκι. Το άλλο χέρι της, το κρατούσε η γυναίκα του η Χριστίνα που είχε τη μορφή της Σιμπέλ, νεώτερη κι αυτή. Βολτάριζαν μετά την παρέλαση της 25ης Μαρτίου. Κάθισαν και οι τρεις σ’ένα παγκάκι. Η Χριστίνα – Σιμπέλ πήρε στην αγκαλιά της το κορίτσι ενώ εκείνος πέρασε το χέρι του στον ώμο της. Εκείνη τον κοίταξε, χαμογέλασαν και οι δύο κι έστρεψαν το βλέμμα τους στην αγαπημένη τους πόλη που σημαιοστολισμένη και ανοιξιάτικη ήταν πανέμορφη.

Ο Ορχάν κοίταξε το άψυχο σώμα του Νικηφόρου. Τα διαδικαστικά θα τα αναλάμβαναν ειδικοί πράκτορες. Κοίταξε το ρολόι του, είχε αργήσει. Το νέο του απόκτημα, η Μπαχάρ, τον περίμενε. Χαιρέτησε με ένα νεύμα τον διοικητή κι έφυγε από το γραφείο.




Κάπου αλλού, ένας βλογιοκομμένος ναρκομανής, μετρούσε τα ψιλά του. Είδε ανάμεσά τους ένα κέρμα που έμοιαζε με ευρώ. Όταν το παρατήρησε προσεκτικότερα, είδε πως έγραφε «TURK LIRASI». Απογοητευμένος το πέταξε μακριά. 

Κυριακή 1 Ιανουαρίου 2017

Ο άθλος



Κοιτάζει χαρούμενος και αισιόδοξος από μια απόσταση τουλάχιστον 45 χρόνων. Κάνει πως γράφει κάτι με το δανεικό στυλό του φωτογράφου. Το δόντι του σπασμένο από μια μάχη πετροπόλεμου στο ρέμα του Κυρτζή. Πίσω του ο χάρτης ελληνικής μυθολογίας, με τους άθλους του Ηρακλή να κυριαρχούν. Του άρεσε πολύ αυτός ο χάρτης και φανταζόταν τον εαυτό του να κάνει κάποιον άθλο μεγαλύτερο από του Ηρακλή.
Τον έκανε, όπως και εκατομμύρια άλλοι άνθρωποι, αφού δημιούργησε μια καλή οικογένεια και μεγάλωσε σωστά δυο παιδιά. Στη μάχη της ζωής, έχασε κάτι παραπάνω από μισό δόντι μέχρι τώρα, αλλά αξίζει τον κόπο...

Κυριακή 18 Δεκεμβρίου 2016

Η καλύβα στο βουνό

Τέτοιες μέρες με έπαιρνε η μάνα μου και πηγαίναμε στο κέντρο της Αθήνας στα μεγάλα πολυκαταστήματα όπως στο Δραγώνα, στον Κάπα Μαρούση, στο Ατενέ, στον Κατράντζο, στο Μινιόν. Χάζευα με το στόμα ανοιχτό τις κατάφωτες βιτρίνες και τον κόσμο που πηγαινοερχόταν. Εκείνο που μου έκανε όμως ιδιαίτερη εντύπωση ήταν ένας πίνακας στο ισόγειο του Μινιόν με πολλές ταμπελίτσες οι οποίες είχαν δίπλα τους από ένα κουμπί. Στην κάθε ταμπελίτσα ήταν γραμμένη και μια κατηγορία προϊόντος όπως "Παιδική Ένδυσις", "Ανδρική Υπόδυσις" κλπ. Όταν πατούσες το κουμπί, άναβε ένα μικρό πινακάκι με τον αριθμό του ορόφου που βρισκόταν το αντίστοιχο προϊόν. Σήμερα μια τέτοια κατασκευή θα έμοιαζε πρωτόγονη, στα μάτια μου όμως φαινόταν σαν το κόκπιτ του διαστημοπλοίου της σειράς "Χαμένοι στο Διάστημα". Πατούσα τα κουμπιά τάχα από ενδιαφέρον για να κατατοπιστώ σχετικά με τη χωροταξία του καταστήματος και σταματούσα το δικό μου ταξίδι στο Διάστημα μετά από την κατσάδα της μάνας μου που φοβόταν πως θα χαλάσω τα κουμπιά.
Το ισόγειο όμως είχε και κάτι άλλο, τόσο εκπληκτικό που το θυμάμαι με ενάργεια μέχρι τώρα κι ας πέρασαν πάνω από 45 χρόνια: Ένα διόραμα με τρία τρένα. 
Το διόραμα εκτός από τα κλασικά με τα τρένα, τα τούνελ, τις γέφυρες και τους σταθμούς είχε κι ένα ολόκληρο χωριό με τα σπιτάκια του, την εκκλησία του, το σχολείο, τα μαγαζάκια του και στα μάτια μου ήταν ένας ολόκληρος κόσμος κι ας ήταν το πολύ 5-6 τετραγωνικά μέτρα. Μια ατμομηχανή, ένα ντίζελ κι ένα ηλεκτροκίνητο τρένο διέτρεχαν το διόραμα ενώ ανεβοκατέβαιναν οι μπάρες στις ισόπεδες διαβάσεις. 
Εκείνο που μου μαγνήτιζε το βλέμμα όμως, ήταν μια καλύβα επάνω στο βουνό με μια αυλίτσα περιφραγμένη με πασσάλους κι ένα δέντρο δίπλα της. Εκεί έμενα εγώ. Να, εκεί είμαι, κάτω από το δέντρο και ατενίζω την κοιλάδα με τα τρένα. Βλέπω και τους ταξιδιώτες στο σταθμό – άλλοι χαρούμενοι, άλλοι λυπημένοι, όλοι με μια βαλίτσα στο χέρι. Ποιος ξέρει πού πάνε άραγε, γιατί φεύγουν από αυτό το παραδεισένιο μέρος. Εγώ δεν πρόκειται να πάω πουθενά, θα μείνω εδώ στη μικρή μου καλύβα να χαζεύω την κοιλάδα από κάτω μου.
Η μάνα μου όμως αδιάφορη για το μαγευτικό θέαμα που ξετυλιγόταν μπροστά της, με τραβούσε απ' το μανίκι κι εγώ επανερχόμουν οδυνηρά στο σκληρό, πραγματικό κόσμο.
Ο παράδεισος των υπόλοιπων παιδιών βρισκόταν στον τέταρτο όροφο του Μινιόν. Ολόκληρος ο όροφος είχε παιχνίδια κάθε λογής. Επιτραπέζια, συναρμολογούμενα, ηλεκτροκίνητα με μπαταρίες, τηλεκατευθυνόμενα. Αυτά τα τελευταία, είχαν και το μεγαλύτερο σουξέ στην πιτσιρικάδα της εποχής αν και η τηλεκατεύθυνση ήταν ενσύρματη. Σήμερα δεν υπάρχουν τέτοια παιχνίδια, εκείνη την εποχή όμως ήταν η τελευταία λέξη της τεχνολογίας. Περιέργως, εμένα δε μου άρεσαν τα τηλεκατευθυνόμενα και προτιμούσα τα στατικά παιχνίδια. Θυμάμαι κάποια Χριστούγεννα (του '70; του'71;) μου πήραν για δώρο ένα συναρμολογούμενο Spitfire. Θυμάμαι ακόμη, πως δε συναρμολόγησα τον έλικα επίτηδες για να μη φαίνεται ακίνητο. Με αυτό το αεροπλάνο γύρισα όλο τον κόσμο και κατατρόπωσα τη φοβερή και τρομερή Luftwaffe.
Λίγα μόλις χρόνια αργότερα, στις χριστουγεννιάτικες αλητοβόλτες που κάναμε στο κέντρο της Αθήνας με τον Αποστόλη, το διόραμα ήταν ακόμη εκεί. Εγώ όμως δεν του έριξα δεύτερη ματιά – άλλα με ενδιέφεραν στα 15 μου χρόνια.
Νομίζω όμως πως ένα κομμάτι του εαυτού μου έχει ξεμείνει στην καλύβα και χαζεύει κάτω στην κοιλάδα του διοράματος τους ταξιδιώτες που, παραμονές Χριστουγέννων, περιμένουν το τρένο με τη βαλίτσα στο χέρι.
Καλό τους ταξίδι, καλά Χριστούγεννα σε όλους…

Τρίτη 22 Νοεμβρίου 2016

Tαξίδι ενηλικίωσης

Ο πατέρας στη δεκαετία του ’60 δούλευε στο Μύλο. Οι μύλοι «Γεωργή Νικολετόπουλου» πτώχευσαν στα τέλη της δεκαετίας κι έτσι στα μέσα του 1970 όλη η οικογένεια φύγαμε για την Αθήνα. Πρώτος έφυγε ο πατέρας και το καλοκαίρι της ίδιας χρονιάς ακολούθησε η υπόλοιπη οικογένεια. Θυμάμαι ακόμη το ταξίδι με το πανάρχαιο πράσινο λεωφορείο, ένα ταξίδι – Οδύσσεια που θα πρέπει να κράτησε περίπου 15 ώρες, περνώντας από την παλιά Εθνική οδό μέσω Λειβαδιάς. Μέναμε στα Μελίσσια, αφού εκεί έμενε και ο ξάδερφος του πατέρα που τον πήρε στην Αθήνα. Θυμάμαι την περιοχή καταπράσινη, σχεδόν ερημική. Πολλά χρόνια αργότερα, τα Μελίσσια έγιναν μια από τις ακριβότερες περιοχές με κατοίκους τους ισχυρούς του χρήματος και της εξουσίας. Στα Μελίσσια μείναμε μόνο εκείνο το καλοκαίρι, αφού ήταν πολύ μακριά και ο οικοδόμος πατέρας μου είχε πρόβλημα στη μετακίνηση. Έτσι, κατά τον Σεπτέμβρη, μετακομίσαμε στην Άνω Ηλιούπολη, στους πρόποδες του Υμηττού.
Την πρώτη ημέρα στο σχολείο, στην Τετάρτη Δημοτικού, πήρα τα πρώτα σοκ. Άγνωστο περιβάλλον, πάρα πολλά παιδιά. Δεν ξέρω γιατί, αλλά άλλαξα δυο-τρεις φορές τμήμα με αποτέλεσμα να πηγαίνω σκασμένος στο κλάμα στο σπίτι επειδή άλλα τετράδια ζητούσε ο ένας δάσκαλος και άλλα ο άλλος. Καταστάλαξα επιτέλους στο ένα τμήμα κι εκεί άρχισε το δεύτερο σοκ. Οι συμμαθητές μου κορόιδευαν την προφορά μου. Στενοχωριόμουν πάρα πολύ σε σημείο που να προσπαθώ να την αποβάλω συνειδητά και να μιμηθώ τη δική τους. Γενικά, το θέμα το αντιμετώπισα μόνος μου. Βλέπετε, εκείνη την εποχή δεν πήγαιναν οι γονείς με το παραμικρό στο σχολείο παραπονούμενοι για «ψυχολογικά προβλήματα» των παιδιών. Πού να φανταζόμουν όμως πως οι «Αθηναίοι» συμμαθητές μου ήταν μπουρτζόβλαχοι ενώ εγώ ένας γνήσιος αστός από μια πόλη με τόσο πλούσια αστική και εργατική παράδοση που ούτε στα πιο τρελά τους όνειρα δεν είχαν φανταστεί οι καράβλαχοι που το έπαιζαν Αθηναίοι στους νεοφερμένους. Ενδεικτικό είναι και το γεγονός πως ενώ ο πατέρας δεν είχε ιδέα από σούβλες και κοκορέτσια, στην Αθήνα έμαθε όλα τα μυστικά του σουβλίσματος αρνιού! Τα καλοκαίρια όμως που τα περνούσα στην Καβάλα, προσπαθούσα να αναπαράγω την Αθηναϊκή προφορά για να εντυπωσιάσω τους φίλους προσποιούμενος έτσι τον πρωτευουσιάνο.
Το σπίτι μας ήταν μικρό και στενάχωρο με πολύ περίεργη διαρρύθμιση. Υπήρχε ένα ξεχωριστό δωμάτιο σε μια γωνιά της εσωτερικής αυλής που ήταν μυστήριο για μένα. Ήταν πάντα κλειδωμένο και προφανώς ανήκε στον ιδιοκτήτη του σπιτιού.
Η γειτονιά που μέναμε θύμιζε σκηνικό από ταινία του Δαλιανίδη. Μονοκατοικίες – το πολύ διώροφα – καναδυό μπακάλικα και πού και πού περνούσε κάποιο αυτοκίνητο.
Εντύπωση μου έκανε πως τα απογεύματα οι γυναίκες έπαιρναν σκαμνάκια και έβγαιναν στο κατώφλι του σπιτιού κάθε φορά και διαφορετικής γειτόνισσας και μιλούσαν – συνήθεια που προφανώς την έφεραν από την επαρχία.
Παίζαμε μπάλα μέσα στη μέση του δρόμου κι όταν τύχαινε να περάσει κάποιο αυτοκίνητο, σταματούσαμε, «σημαδεύαμε» τις θέσεις μας και συνεχίζαμε αλλά πάντα με καυγάδες επειδή μετακινούμασταν μερικά μέτρα προς στην αντίπαλη εστία. Ομολογώ όμως πως έπαιζα μπάλα από υποχρέωση, αφού μου άρεσε να διαβάζω τα «Κλασσικά Εικονογραφημένα», πολεμικά κόμικς (Δράση, Κράνος, Τανκς) κι όποιο άλλο έντυπο έπεφτε στα χέρια μου. Ειλικρινά ακόμη δεν μπορώ να καταλάβω γιατί με έβαζαν κι εμένα τον άχρηστο στην μπάλα στην ομάδα. Ίσως για να συμπληρώσω τον ζυγό αριθμό παικτών, ίσως από οίκτο. Για ξεκάρφωμα και μόνο, διάλεξα την ΑΕΚ, έτσι, στην τύχη, και έγινα οπαδός της. Μάλιστα η μάνα μου αγόρασε και φανέλα της με τον αριθμό του Παπαϊωάννου και τη φορούσα για να κάνω κι εγώ τον φίλαθλο. Το 1971 με την πορεία του Παναθηναϊκού στην Ευρώπη, όλο το σχολείο, η γειτονιά, η Αθήνα, η Ελλάδα, παραληρούσε – πλην εμού. Σκασίλα μου, εμένα με ενδιέφερε «Η Μηχανή του Χρόνου» του Wells από τα Κλασσικά Εικονογραφημένα αλλά πού να το ομολογήσω! Όταν δε νίκησε τον Ερυθρό Αστέρα και προκρίθηκε στον τελικό με τον Άγιαξ, κατέβηκε η μισή Αθήνα στην Ομόνοια να πανηγυρίσει. Την ίδια εποχή, ο Παναγούλης έγραφε ποιήματα στη φυλακή χρησιμοποιώντας για μελάνι το αίμα του... Έπιασα τον πατέρα μου να μονολογεί πως έτσι και κατέβαιναν όλοι αυτοί για άλλο λόγο, θα πέφτανε αμέσως. Ρώτησα φυσικά ποιο, γιατί, ποιον άλλο λόγο και ο πατέρας ξαφνιασμένος που τον άκουσα, σκοτείνιασε αμέσως, τα μάσησε και με ρώτησε αν χάρηκα κι εγώ για τον Παναθηναϊκό. Μα και βέβαια χάρηκα αν και ήμουν ΑΕΚ, μα πάνω απ’ όλα η Ελλάδα κλπ.
Το χούι αυτό μου έμεινε μια ζωή. Βαριέμαι αφόρητα το ποδόσφαιρο ενώ μόλις η τηλεόραση περάσει στα αθλητικά, αλλάζω αμέσως κανάλι. Όσο για τις ποδοσφαιρικές γνώσεις μου, έμειναν στον Δομάζο, στον Κούδα, στον Υβ και στους δικούς μας Καραμπετάκη, Μπουγατσά, Παντελάκο. Κάπως έτσι αισθάνομαι σαν αποσυνάγωγος στις αντροπαρέες και μόλις η συζήτηση στραφεί στο ποδόσφαιρο εντέχνως την στρέφω σε ιστορίες από τον Στρατό ή στα πολιτικά.
Στο σχολείο ήμουν μέτριος μαθητής. Φοβόμουν πολύ να ανοίξω το στόμα μου – γι αυτό έκτοτε δεν το κλείνω κάποιες φορές με οδυνηρές συνέπειες – αφού επικρατούσε φόβος και τρόμος για τη βέργα του δασκάλου. Ο δάσκαλος τους καλούς μαθητές τους αποκαλούσε με τα μικρά τους ονόματα και τους υπόλοιπους με τα επίθετα. Έχω την εντύπωση όμως πως εκείνος φοβόταν περισσότερο – μέσα στη μαύρη Χούντα ο φόβος και η επιφυλακτικότητα ήταν δεύτερη φύση. Να φανταστεί κανείς πως στην ώρα της Μουσικής, μας μάθαινε εμβατήρια παίζοντας μαντολίνο. Μα εμβατήριο με μαντολίνο! Το όργανο αυτό έχει τέτοια γλυκύτητα, τέτοια τρυφερότητα που καταλήγει έγκλημα να παίζει κανείς εμβατήριο με αυτό. Ακόμη και στη χειροτεχνία είχε μερτικό η Χούντα. Ζωγραφίζαμε το έμβλημά της, τον Φοίνικα.
Μια μέρα μας ανακοίνωσε πως θα ερχόταν «ο κύριος Επιθεωρητής». Μας άλλαξε θέσεις τοποθετώντας μας στην αίθουσα σε στρατηγικά σημεία και απαγόρευσε σε κάποιους να σηκώνουν το χέρι. Τη μέρα που ήρθε ο Επιθεωρητής, έκρυψε (!) δύο παιδιά από την τάξη, παιδιά που σήμερα θα φοιτούσαν σε τμήμα ένταξης, δίνοντάς τους μια τσάπα και στέλνοντάς τα στο αλσύλλιο στην πλαγιά δίπλα στο σχολείο τάχα μου να βγάλουν τα χόρτα προς μεγάλη τους χαρά βέβαια. Ήρθε ο Επιθεωρητής, ρώτησε κάποια παιδιά, έδωσε συγχαρητήρια κι έβγαλε έναν δεκάρικο λόγο για την «ανωτερότητα των Ελλήνων». Έτσι ακριβώς.
«Εμείς οι Έλληνες είμαστε οι εξυπνότεροι, οι καλύτεροι, οι ευσεβέστεροι, οι ηθικότεροι και – ω, ναι! – οι ομορφότεροι». Με το τελευταίο, ξεσπάσαμε σε χειροκροτήματα. Ειλικρινά, τα πιστεύαμε. Είχα φάει τόση κατήχηση στο σχολείο που, αν με γνώριζε ο Παπαδόπουλος, θα έκλαιγε από συγκίνηση. Κάπως έτσι φτιάχτηκε η Hitler-Jugend, οι Κομσομόλοι, η ΕΟΝ κλπ. Ακόμη και σήμερα αναρωτιέμαι αν αυτός ο απίθανος τύπος τα πίστευε όλα αυτά, αν ήξερε πως λείπουν (κρυμμένοι από τον δάσκαλο) μαθητές από την τάξη, αν είχε επίγνωση πως ήταν συμμέτοχος σε μια απάτη. Αυτή ήταν η Παιδεία εκείνη την εποχή: απάτη. Απάτη μαζί με φόβο, ξύλο, εθνικοπατριωτικές κορώνες, αρχαιοπληξία και προπαγάνδα, πολλή προπαγάνδα σε παιδιά που άλλη πηγή μόρφωσης δεν είχαν παρά μόνο το σχολείο. Το σχολείο και το… κατηχητικό. Όταν ο δάσκαλος μας είπε να γραφτούμε στο κατηχητικό, ο πατέρας μου με προέτρεψε. Χρόνια μετά, μου ομολόγησε πως θα είχε προβλήματα με την Ασφάλεια αν δεν πήγαινα – ήταν χαρακτηρισμένος αριστερός παλαιότερα.
Το καλό με το κατηχητικό ήταν πως στο υπόγειο της εκκλησίας, λειτουργούσε Κέντρο Νεότητας. Ξημεροβραδιαζόμουν εκεί μέσα παίζοντας σκάκι που το έμαθα εκεί αλλά και δανειζόμενος βιβλία. Έτσι, ξεκοκάλισα ολόκληρο τον Ιούλιο Βερν τα έργα του οποίου, μου πυρπόλησαν το μυαλό και τη φαντασία κι ευγνωμονώ τους ανθρώπους εκείνους που μου έδωσαν αυτή την ευκαιρία.
Οι γονείς μου δούλευαν. Ο πατέρας στην οικοδομή που τότε ήταν η ατμομηχανή της οικονομίας κι έβγαζε καλό μεροκάματο και η μακαρίτισσα η μητέρα στο εργοστάσιο της Pepsi στη Λ. Βουλιαγμένης. Έτσι, μετακομίσαμε μισό τετράγωνο παραπέρα σε καλύτερο σπίτι και πάνω στη μετακόμιση, ανακάλυψα τι κρυβόταν στο κλειδωμένο δωμάτιο.


Το νέο μας σπίτι ήταν μια μακρόστενη μονοκατοικία με κήπο ο οποίος μετατράπηκε σε μπαξέ– μέχρι κι ένα μικρό κοτέτσι είχαμε. Ναι, στις αρχές της δεκαετίας του’70 υπήρχε αυτή η πολυτέλεια ακόμη και στην Αθήνα. Μαζί με το καινούριο σπίτι αγοράσαμε και τηλεόραση, το φετίχ της εποχής. Μια τεράστια για τα παιδικά μου μάτια συσκευή, γερμανικής κατασκευής, ασπρόμαυρη φυσικά, με δύο κανάλια: ΕΙΡΤ και ΥΕΝΕΔ.
Μέχρι τότε, σιγομουρμούριζε όλη την ώρα το ραδιόφωνο. Θυμάμαι τη μάνα μου που άκουγε ανελλιπώς «Το σπίτι των ανέμων» και το «Μείνε κοντά μου αγαπημένη». Ήταν σαπουνόπερες χορηγούμενες από το Roll, ένα απορρυπαντικό της εποχής. Άκουγα κι εγώ συνεπαρμένος τη βαθιά φωνή του Βύρωνα Πάλλη που υποδυόταν τον δικηγόρο Λαμπίρη και η φαντασία μου οργίαζε. Στην τηλεόραση δεν έχανα ποτέ το The Lone Ranger, τη Bonanza, το Star Treck και το cult τώρα πια Lost in Space (Χαμένοι στο Διάστημα). Αν ο Ιούλιος Βερν άναψε το σπίρτο, τα δύο τελευταία σήριαλ φούντωσαν τη φωτιά για την Επιστήμη, την Τεχνολογία, τα διαστημικά ταξίδια – κι από τότε δε λέει να σβήσει. Ανακάλυψα καινούριες διαστάσεις στη φαντασία, στην τεχνολογία, στην επιστήμη, στην περιπέτεια. Παρακολουθούσα και την εκπομπή «Από τον κόσμο της επιστήμης» που την επιμελούνταν και την παρουσίαζε ένας πολύ σημαντικός αλλά παραγνωρισμένος πνευματικός άνθρωπος, ο  Κωστής Μεραναίος. Δεν έχανα όμως και το «Αλάτι & πιπέρι» του Φρέντυ Γερμανού αλλά και το πρώτο τηλεπαιχνίδι που παρουσίαζε ο Ν. Μαστοράκης, το «Bingo». Το φόρτε μου όμως ήταν οι ειδήσεις και οι ενημερωτικές εκπομπές. Αγαπημένη μου ήταν το «Άνεμος Δημιουργίας», μια αισχρή προπαγάνδα της Χούντας που την παρουσίαζε ένα άθλιο υποκείμενο, ο Γ. Γεωργαλάς, ο θεωρητικός της Χούντας, ομόσταυλος και ομοϊδεάτης του Κ. Πλεύρη σήμερα - αλλά και λογογράφος του Π. Καμμένου. Παρακολουθούσα εκστασιασμένος μια Ελλάδα γεμάτη «Ειρήνη, Ασφάλεια, Προκοπή», μια Ελλάδα – εργοτάξιο με τον Παττακό να εγκαινιάζει διαρκώς καινούρια έργα. Αισθανόμουν περήφανος που ζούσα σε έναν τόπο – Παράδεισο. Ήταν τέτοια η δύναμη της τηλεοπτικής προπαγάνδας που στην πέμπτη επέτειο της «Εθνοσωτηρίου Επαναστάσεως» ο δάσκαλος μας έβαλε να γράψουμε έκθεση με θέμα «21η Απριλίου». Η έκθεση έπρεπε να γραφτεί στο σπίτι. Όταν το είπα στους γονείς μου, εκείνοι κοιτάχτηκαν μεταξύ τους και μου είπαν πως πριν την παραδώσω θα έπρεπε να την διαβάσουν και οι δύο οπωσδήποτε. Το θυμάμαι πολύ έντονα αυτό επειδή κανείς από τους δύο δεν ασχολήθηκε ποτέ μαζί μου στα μαθήματα. Πώς τους ήρθε τώρα; Πολύ αργότερα κατάλαβα πως φοβόντουσαν μην τυχόν κι έγραφα κάτι που δεν έπρεπε – είπαμε, δεν κρατούσα το στόμα μου κλειστό – όπως τότε που περιέφερα σε όλη τη γειτονιά ένα τρικάκι που βρήκα στο δρόμο κι έγραφε «ΚΚΕ, ΚΑΤΩ Η ΧΟΥΝΤΑ» κι ένας γείτονας έντρομος ειδοποίησε τους δικούς μου να με μαζέψουν, πριν μαζέψει εκείνους η Ασφάλεια. Κάθισα λοιπόν και έγραψα ξεπατικώνοντας – και πιστεύοντας στ’ αλήθεια – όλα όσα άκουγα στην τηλεόραση. Όταν τελείωσα, τη διάβασαν και οι δυο τους, μου είπαν ένα ξερό «εντάξει» και η έκθεση πήρε όχι μόνο 10 αλλά και τον χαρακτηρισμό «Αρίστη!» - ναι, με θαυμαστικό. Αχ βρε μάνα, γιατί δε φύλαξες το τετράδιο…
Μεγάλο μου μεράκι ήταν να γραφτώ στους «Αλκίμους». Οι «Άλκιμοι» ήταν ένα ημιπαραστρατιωτικό σώμα, με στολές αλλά και με όπλα που έκαναν ασκήσεις «Επ’ ώμου», «Παρουσιάστε» κι άλλες τέτοιες σαχλαμάρες. Οι «Άλκιμοι» όμως δεχόντουσαν νέους από 17 ετών και πάνω κι αυτός ήταν άλλος ένας λόγος να βιαστώ να μεγαλώσω. Το μεγαλύτερο σουξέ όμως της τότε τηλεόρασης ήταν ένα άθλιο κατασκεύασμα του Φώσκολου, ο «Άγνωστος Πόλεμος». Μια μπαλαφάρα ολκής, που καθήλωνε όμως τον κόσμο ερημώνοντας τους δρόμους την ώρα της προβολής του σήριαλ που έδειχνε τις περιπέτειες του ήρωα συνταγματάρχη Βαρτάνη. Κάθε ομοιότητα με άλλον συνταγματάρχη, ήταν τελείως συμπτωματική. Περιέργως, το σήριαλ αυτό δε με συγκινούσε.
Όλα πήγαιναν καλά. Υπήρχαν δουλειές, η ανεργία άγνωστη λέξη, το βιοτικό επίπεδο αύξανε ραγδαία, ο πολύς κόσμος άρχισε να ανακαλύπτει τα μπουζούκια, όλα καλά – κι αν κάποιοι σάπιζαν στην ΕΣΑ ή στα ξερονήσια, είπαμε, ας καθόντουσαν φρόνιμα. Κι όμως, εκείνη την εποχή έμπαιναν τα θεμέλια της σαπίλας, της διαφθοράς, της ευκολίας, της ρεμούλας, του εκμαυλισμού, της χυδαιότητας, της φτήνειας, της ξιπασιάς, που το αποκορύφωμά τους το ζούμε σήμερα. Η Χούντα έκανε τεράστια ζημιά στην ελληνική κοινωνία, ζημιά που δεν έχει αποτιμηθεί μέχρι τώρα. Την ίδια εποχή που η Χούντα κυνηγούσε τους «μακρυμάλληδες» νέους, η ΙΒΜ καταργούσε το dress code των υπαλλήλων της με αποτέλεσμα να γεμίσει τεχνοφρικιά χίππιδες που θα έβαζαν τα θεμέλια της εκρηκτικής ανάπτυξης των υπολογιστών. Εδώ, η rock μουσική ήταν περίπου απαγορευμένη όταν ο κόσμος ολόκληρος έβραζε από νέα ρεύματα, ιδέες, κινήματα, τέχνες, πολιτισμό. Να γιατί το δωμάτιο που κάθε εκατοστό του ήταν ζωγραφισμένο από προσωπογραφίες των Beatles, από σήματα της Ειρήνης, από συνθήματα όπως «Make Love, not War», «Όχι στον πόλεμο στο Βιετνάμ», με κρεμασμένα χαϊμαλιά κλπ παρέμενε κλειδωμένο.
Την ίδια εποχή, ένα αδύνατο μικροκαμωμένο κορίτσι, ξεκινούσε κι εκείνο το δικό της ταξίδι ενηλικίωσης, από ένα μικρό χωριό των Σερρών προς την καρδιά της Ευρώπης, το Μόναχο.
Και μετά, πήραμε αυτοκίνητο.


Πήραμε ένα μεταχειρισμένο Renault 4CV. Αρχαίο ακόμη και για εκείνη την εποχή, συλλεκτικό κομμάτι σήμερα. Μ’ αυτό τα καλοκαίρια ανεβαίναμε πέντε άτομα στην Καβάλα, με αυτό πηγαίναμε βόλτες στο Καλαμάκι, στο Σούνιο, στην Κηφισιά. Θυμάμαι στο δρόμο για το Σούνιο, υπήρχε ένα πολύ μικρό τούνελ στο οποίο όποιος έμπαινε κόρναρε συνεχώς. Πολύ αργότερα έμαθα πως ήταν μια - ντεμέκ - πράξη αντίστασης επειδή σ’ εκείνη την περιοχή αποπειράθηκε ο Παναγούλης να σκοτώσει τον τύραννο. Ήταν πραγματικά άθλος για τον πατέρα μου να καλύψει τα 700 χλμ της διαδρομής Αθήνα – Καβάλα με το παλιό αυτοκίνητο φορτωμένο πέντε άτομα και με σχάρα στην οροφή. Ταξιδεύαμε πάντα νύχτα για να αποφύγουμε την κάψα την καλοκαιρινή. Εγώ στριμωγμένος εκεί μέσα, χουζούρευα ακούγοντας το ραδιόφωνο να γουργουρίζει. Απαραίτητη στάση ήταν στον Α. Κωνσταντίνο, στου «Λεβέντη» αλλά και στην Ασπροβάλτα, στην «Κυανή Ακτή». Φτάναμε στην Καβάλα κατάκοποι και χρειαζόμασταν πολλές ώρες ύπνου για να συνέλθουμε.
Εκεί, στην Καβάλα, έβγαζα το άχτι μου και το έπαιζα Αθηναίος πολλές φορές εφευρίσκοντας φανταστικές  ιστορίες από την πρωτεύουσα. Εκεί που δεν με έπαιρνε όμως ήταν όταν χωνόμουν στην παρέα της μεγαλύτερης ξαδέρφης μου που τότε ήταν στην μεγάλη ηλικία των 17 ετών. Η παρέα της ήταν κάτι πολύ προχωρημένοι για τα παιδικά μου μάτια τύποι με μακριά μαλλιά και βερμούδες, άσε που έπαιζαν και κιθάρες. Πόσο ήθελα να μεγάλωνα ακαριαία και να γίνω σαν και αυτούς! Τώρα βέβαια Άλκιμος και χίπης μαζί δε γίνεται αλλά ήμουν μόνο δώδεκα χρονών και δεν ήξερα τι ακριβώς ήθελα – ούτε και τώρα ξέρω. Αυτοί οι τύποι έπαιζαν ποπ τραγούδια τη εποχής – Τουρνά, Πασχάλη κλπ. Ο Πασχάλης μου άρεσε κι όταν μια μέρα που ο πατέρας με πήρε μαζί του στην οικοδομή για παρέα και βοήθεια και το ξεφούρνισα στους άλλους οικοδόμους, εκείνοι με κράξανε χαρακτηρίζοντας τον Πασχάλη «πούστη». Πού να ήξεραν εκείνοι οι μονοκόμματοι άνδρες που άκουγαν μόνο βαριά λαϊκά τραγούδια πως ο Πασχάλης θα αποδεικνυόταν στο μέλλον δυστυχώς όχι «πούστης» αλλά άνανδρος.
Κι αν οι βόλτες με το παλαιολιθικής εποχής αυτοκίνητο ήταν επικίνδυνες, οι βόλτες με τα ποδήλατα ήταν αποστολές αυτοκτονίας. Κατεβαίναμε όλη την κατηφόρα από την Άνω Ηλιούπολη έως τον Άλιμο με άθλια ποδήλατα με φαγωμένα φρένα. Πρόλαβα ακόμη και τα αυτοσχέδια πατίνια με τα ρουλεμάν. Ένα παιδί είχε κατασκευάσει ένα τέτοιο που έμοιαζε με σχεδία και είχε τιμόνι ποδηλάτου, σέλα, καθρέφτες, σημαιάκια. Κατέβαινε μια ατέλειωτη κατηφόρα, τη Β. Γεωργίου και για φρένο έβαζε το παπούτσι του! Το κατασκεύασμα αυτό, μας το νοίκιαζε με αντάλλαγμα «σπάνια» χαρτάκια ποδοσφαιριστών. Τέτοια χαρτάκια μαζεύαμε με μανία, ελπίζοντας να συμπληρώσουμε το άλμπουμ και να πάρουμε μια μπάλα. Κανείς δεν το συμπλήρωσε ποτέ. Βλέπω τους σημερινούς μου μαθητές να στρώνουν κανονικό κουμάρι με τέτοια χαρτάκια (τάπες τα λένε τώρα), κρυφοχαμογελάω και βεβαιώνομαι πως ο κόσμος είναι στη θέση του.
Το καλοκαίρι του 1973 έδωσα εξετάσεις για να μπω στο Γυμνάσιο. Πέρασα.


Εκείνη την εποχή, έπρεπε να δώσεις εξετάσεις για να φοιτήσεις στο Γυμνάσιο. Ήταν ένας φραγμός, ένα πρώτο ξεσκαρτάρισμα που (καλώς) καταργήθηκε αργότερα. Στο Γυμνάσιο ήλπιζα πως θα γλίτωνα από τη βέργα του δασκάλου που αρκετές φορές είχε προσγειωθεί στις παλάμες μου. Δε γλίτωσα όμως από το φόβο και την καταπίεση. Το «Γυμνάσιον Αρρένων Ηλιουπόλεως» ήταν ένα ολοκαίνουριο μακρόστενο κτίριο το οποίο είχε εγκαινιαστεί μόλις τον προηγούμενο χρόνο και μύριζε φρέσκια μπογιά και ξύλο. Την πρώτη ημέρα, εντυπωσιάστηκα από τους μαντράχαλους της Έκτης (μιλάμε για εξατάξιο γυμνάσιο τότε), οι οποίοι πέρα από το σχεδόν διπλάσιο ύψος τους, ξυρίζονταν κιόλας! Τα τμήματα της πρώτης τάξης ήταν επτά. Από 30 μαθητές το καθένα, μόνο η πρώτη είχε πάνω από 200 μαθητές. Συνολικά πρέπει να ήμασταν πολύ περισσότερα από 1.000 άτομα. Ήταν η εποχή που η Αθήνα ρουφούσε εσωτερικούς μετανάστες και τα χωριά άρχισαν να αδειάζουν. Οι προσδοκίες μου για ένα διαφορετικού τύπου μάθημα διαψεύστηκαν. Μετωπική, κλασσική διδασκαλία και φόβος, πολύς φόβος. Στο σχολείο είχαμε δύο βάρδιες, τρεις μέρες πρωί, τρεις απόγευμα. Η χειρότερη μέρα ήταν η κάθε δεύτερη Τετάρτη που ήμασταν απόγευμα και την επομένη θα πηγαίναμε πρωί. Διάβαζα μέχρι αργά το βράδυ, αφού οι καθηγητές απαιτούσαν χωρίς να συμβιβάζονται πουθενά. Αρχικά, στην απογευματινή βάρδια λειτουργούσε το Θηλέων το οποίο συνέχιζε από την προηγούμενη χρονιά αφού το κτίριο που θα στεγαζόταν δεν είχε παραδοθεί ακόμη. Ο Παττακός δούλευε υπερωρίες με το μυστρί εγκαινιάζοντας μέχρι και κοτέτσια και σε λίγο θα εγκαινίαζε και το νέο κτίριο του Θηλέων. Στο τμήμα όπου βρέθηκα, υπήρχαν ένας δύο συμμαθητές μου από το Δημοτικό αλλά κάθισα τυχαία στο θρανίο με ένα άγνωστο παιδί, τον Αποστόλη.
Ο Αποστόλης. Απίστευτος χαβαλετζής, πηγαίο χιούμορ, μονίμως αισιόδοξος, καταπληκτικός μίμος, αληθινός φίλος αργότερα.
Τη δεύτερη μέρα, βρήκα γραμμένο πάνω στο θρανίο μου σημείωμα με ευχές για καλή σχολική χρονιά. Σημείωμα γραμμένο με ξεκάθαρα κοριτσίστικο γραφικό χαρακτήρα, και διακοσμημένο με τη λέξη Love γραμμένη με τον τρόπο που όλοι έχουμε δει στα seventies. Από κάτω, το όνομα: Μαρκέλλα. Υπάρχει Θεός και καταδέχτηκε να κοιτάξει τον μικρό Μιχάλη! Ακόμα δεν πάτησα το πόδι μου στο Γυμνάσιο και κατά έναν ανεξήγητο, μεταφυσικό τρόπο, βρήκα και κορίτσι! Ο κόσμος γύρω μου εξερράγη και μετατράπηκε σε πολύχρωμο, ψυχεδελικό καλειδοσκόπιο. Άρεσα σε ένα κορίτσι! Το καλογραιίστικο όνομα με χαλούσε μόνο. Χάθηκε να την έλεγαν Μαίρη, Βίκυ, Τζένη, ονόματα της μόδας της σύγχρονης εποχής; Ο δε Αποστόλης, πήγε να σκάσει από το κακό του, αφού το σημείωμα ήταν ξεκάθαρα από τη δική μου πλευρά του θρανίου.
Στο επόμενο διάλειμμα ήμουν επιμελητής και χάζευα τα κοριτσίστικα γράμματα στο θρανίο ονειροπολώντας, όταν μπήκε φουριόζος στην αίθουσα ο μαντράχαλος και κατευθύνθηκε στο θρανίο μου. «Ποιος κάθεται εδώ ρε;» με ρώτησε. «Εγώ», ψέλλισα και τα χρώματα του καλειδοσκόπιου άρχισαν να ξεθωριάζουν. Έσκυψε το ντερέκι πάνω απ’ το θρανίο, διάβασε το σημείωμα και χαμογέλασε. Ύστερα γύρισε σε μένα και μου είπε πως όλη την προηγούμενη χρονιά αλληλογραφούσε με την Μαρκέλλα αφού καθόντουσαν στο ίδιο θρανίο σε διαφορετικές βάρδιες. Άλλαξε όμως αίθουσα και η Μαρκέλλα υποθέτοντας πως ήταν στο ίδιο θρανίο, του έστειλε το πρώτο μήνυμα. Μου έδωσε σαφείς οδηγίες – τι οδηγίες, εντολές – να μεταφέρω τα μηνύματα από  και προς τη Μαρκέλλα. «Ξηγηθήκαμε;» μου είπε. Μπορούσα να κάνω κι αλλιώς; Το παρήγορο είναι πως ό,τι πρόβλημα είχα στο σχολείο, αν κανείς με πείραζε, να του το έλεγα «κι ο Κώστας θα καθαρίσει».
Ομολογώ πως ανακουφίστηκα που το σημείωμα δεν ήταν για μένα γιατί τι θα έκανα τότε; Τα κορίτσια ήταν για μας terra ingognita, παράξενα, εξωτικά πλάσματα που τα βλέπαμε σπανίως και μόνο τυχαία. Ακόμη και στα Αγγλικά, υπήρχαν τμήματα ξεχωριστά αγοριών και κοριτσιών – οι γονείς τους έπρεπε να αισθάνονται πως τα κορίτσια τους είναι ασφαλή.
Μια δυο εβδομάδες έκανα τον αγγελιοφόρο – τα μηνύματα δε τα θυμάμαι ήταν και πολύ λίγα άλλωστε – το Θηλέων στεγάστηκε στο νέο κτίριο και η όλη ιστορία σταμάτησε. Σαράντα χρόνια μετά, αναρωτιέμαι αν αυτοί οι δύο βρέθηκαν και με φυσική παρουσία ή αρκέστηκαν στα μηνύματα. Άραγε συνέχισαν το φλερτ ή το σταμάτησαν; Προχώρησαν περισσότερο ή αυτό ήταν; Θυμάται σήμερα ο μαντράχαλος (εξηντάρης πια) το μικρό πρωτάκι που έκανε τον ερωτικό ταχυδρόμο;
Σχολείο άνυδρο, ανέμπνευστο, πλημμυρισμένο τεστοστερόνη και καταπιεσμένες επιθυμίες, με καθηγητές που στρίμωχναν στο κεφάλι μας ανούσια πράγματα έξι μέρες την εβδομάδα συνεχώς – εκτός από εκείνη την εβδομάδα του Νοεμβρίου του ’73 που έκλεισε για πέντε ημέρες. Κι όταν άνοιξε, όλα ήταν αλλιώς.


Το σχολείο παρέμενε κλειστό εκείνες τις ημέρες της εξέγερσης του Πολυτεχνείου. Παρακολουθούσα όλα τα γεγονότα από την τηλεόραση ενώ έπιασα τους γονείς μου να ακούν τον σταθμό των φοιτητών στο ραδιόφωνο. Θυμάμαι και την περίφημη εκπομπή του Μαστοράκη και μου έκαναν εντύπωση τα πλάνα που προβάλλονταν διαρκώς δείχνοντας το σύνθημα «Κάτω το Κράτος». Ήμουν μπερδεμένος, δεν ήξερα τι ακριβώς συνέβαινε για να πάρω κάποια σαφή θέση. Ούτε και οι φίλοι μου ήξεραν τι ακριβώς γίνεται.
Ο πατέρας μου είχε τη φαεινή ιδέα να κατέβει στο Πολυτεχνείο την Πέμπτη, με τους οικοδόμους. Εκεί, ένας συνάδελφός του σχεδόν τον έδιωξε όταν έμαθε πως έχει οικογένεια με δύο παιδιά, έφυγε με τα πόδια κι έφτασε στο σπίτι ώρες αργότερα αφού η συγκοινωνία είχε κοπεί. Μέχρι που συγχωρέθηκε, το έφερε βαρέως. Όταν άνοιξε το σχολείο την Τρίτη αν θυμάμαι καλά, όλοι ήμασταν μουδιασμένοι. Ήρθαν δύο ασφαλίτες στο γραφείο των καθηγητών και πήραν τα απουσιολόγια για να ελέγξουν ποια παιδιά έλειπαν από το σχολείο, πότε και γιατί. Μάθαμε αργότερα πως τα λαγωνικά ανακάλυψαν πεντέξι παιδιά που έλειπαν εκείνο το διάστημα, ήταν όμως στο σπίτι άρρωστα.
Κάτι είχε αλλάξει όμως στη συμπεριφορά των μεγάλων χωρίς να καταλαβαίνουμε ακριβώς. Δε θυμάμαι αλλαγή στη συμπεριφορά των καθηγητών.
Εκείνο που θυμάμαι πεντακάθαρα, ήταν πως το πρωί μετά την προσευχή, ο Γυμνασιάρχης έβγαλε λόγο από το μπαλκόνι χαρακτηρίζοντας τους φοιτητές «αλήτες». Ο ίδιος άνθρωπος, στο ίδιο μπαλκόνι, στο ίδιο σχεδόν ακροατήριο ακριβώς ένα χρόνο αργότερα, τους χαρακτήρισε «ήρωες» εισπράττοντας ένα απίστευτο σε ένταση και διάρκεια γιουχάισμα. Ακόμα μένω με την απορία γιατί δεν έβαλε κάποιον άλλο να βγάλει λόγο στην πρώτη επέτειο του Πολυτεχνείου.
Θυμάμαι ακόμη πως μια μέρα εισέβαλε στην τάξη ένας καθηγητής με ένα μεγάλο μεταλλικό χάρακα κι άρχισε να μετράει το μήκος των μαλλιών μας και της… καμπάνας των παντελονιών μας. Κι αυτό έγινε σε όλο το Γυμνάσιο, στέλνοντας μερικούς μαθητές στο σπίτι τους με αποβολή. Με τέτοιες γελοιότητες ασχολούνταν εκείνα τα χρόνια, πηγαίνοντας την κοινωνία πολλές δεκαετίες πίσω. Γι’ αυτό με εκνευρίζει η ευκολία τόσο αυτών που λένε πως «Δεν έχουμε Δημοκρατία» ή «Ποια η διαφορά με τη Χούντα;» όσο κι εκείνων που λένε «Μια Χούντα χρειάζεται». Οι πρώτοι είναι ανιστόρητοι, οι δεύτεροι θέλουν προφανώς Χούντα για τους άλλους, όχι για τους ίδιους ή για τα βλαστάρια τους.
Μετά από γκρίνιες αρκετών μηνών, έπεισα τη μάνα μου να μου πάρει μάλτα - μάλτες λέγαμε τότε τα blue jeans. Μου πήρε και ο πατέρας και το πρώτο μου ρολόι, ηλεκτρονικό με μια μαύρη επιφάνεια που έπρεπε να πατήσεις ένα κουμπί για ανάψουν τα ψηφία κι αισθανόμουν σαν τον Captain Kirk.
Η Μεταπολίτευση με βρήκε όμως σαν τον Σταύρο Παράβα στο «Κοροϊδάκι της Πριγκιπέσσας»: Παντελόνι χωρίς τσέπες τόσο κολλητό που είχες συνεχώς φαγούρα σε δύσκολα σημεία αλλά με μια τεράστια καμπάνα, πουκάμισο με μεγάλα πέτα και (πόσο ντρέπομαι τώρα!) κόκκινα μυτερά παπούτσια με τακούνι. Αυτά ήταν της μόδας όμως τότε και τα φορούσαμε με καμάρι. Όπως με καμάρι φόρεσα και το φωτοστέφανο του «Αριστερού». Μόνο που μου πήρε πάνω από τριάντα χρόνια να το αποβάλω.


Η εισβολή στην Κύπρο και η πτώση της Χούντας με βρήκε στην Αθήνα. Δεν ξέρω γιατί αλλά δεν είχαμε πάει στην Καβάλα εκείνο το καλοκαίρι. Ξαφνικά, άνοιξαν όλα τα στόματα και εμφανίστηκαν από το πουθενά εκατομμύρια αντιστασιακοί. Ήμουν παρών όταν κάποιος γνωστός του πατέρα μου του είπε πως σκουπιζόταν στην τουαλέτα αποκλειστικά με εφημερίδες που έφεραν φωτογραφία του δικτάτορα. Εκείνος, χαμογέλασε συγκαταβατικά. Κατέβηκα και στην πορεία για την πρώτη επέτειο του Πολυτεχνείου όπου είχε πάνω από ένα εκατομμύριο κόσμο. Πού βρισκόντουσαν όλοι αυτοί ένα χρόνο πριν; Ο πατέρας μου είπε πως δε θα κατέβαινε επειδή ακριβώς ντρεπόταν. Ήμουν παρών (είπαμε, χωνόμουνα παντού) και στην κηδεία του Α. Παναγούλη το 1975 με πάρα πολύ κόσμο.
Εκείνη την εποχή, μπορούσες να φύγεις το απόγευμα από το σπίτι, να κατέβεις στην Ομόνοια, στη «μικρή Βουλή» όπως αποκαλούσαν τα πηγαδάκια όπου ο καθένας έλεγε ό,τι του κατέβαινε και να γυρίσεις σπίτι με το τελευταίο λεωφορείο. Κι αυτό ακριβώς έκανα. Κατεβαίναμε με τον Αποστόλη στην Ομόνοια, μπαίναμε στο «Μινιόν» όπου ο τέταρτος όροφος ήταν όλο παιχνίδια. Χαζεύαμε τα αεροπλάνα μοντελισμού και τα πρώτα τηλεκατευθυνόμενα αυτοκίνητα που λειτουργούσαν με καλώδιο φυσικά και όχι ασύρματα. Ήθελα πολύ ένα τέτοιο αλλά η μακαρίτισσα η μάνα μου δεν μου έκανε το χατίρι. Μου έκανε όμως το χατίρι μετά από πολλή γκρίνια βέβαια, να κόψει την παλιά μου μάλτα κι έτσι να αποκτήσω την πρώτη μου βερμούδα και με κρόσσια μάλιστα! Επιτέλους έμοιαζα με εκείνον τον τύπο από την παρέα της ξαδέρφης μου, έστω και χωρίς κιθάρα. Μου είχε γίνει εμμονή εκείνη η βερμούδα (οι εμμονές είναι ένα άλλο χούι που το έχω μέχρι τώρα).
Στο σχολείο έπνεε ένας σχετικός αέρας ελευθερίας. Τα σημάδια όμως έδειχναν πως θα περνούσαμε στην ασυδοσία κάποια μέρα. Οι μεγάλοι έφτυναν την προτομή του Μ. Αλεξάνδρου που υπήρχε στη είσοδο επειδή ήταν… ιμπεριαλιστής. Το εκκρεμές κάποτε θα περνούσε στην άλλη άκρη.
Όσο περνούσε ο καιρός τόσο το σχολικό διάβασμα μειωνόταν ενώ διάβαζα οτιδήποτε άλλο – κυρίως πολιτικά κείμενα και βιβλία. Εκεί έξω υπήρχε ένας πολύ ενδιαφέρων κόσμος που έπρεπε να τον ανακαλύψω. Έτσι, αρχίσαμε να αλητεύουμε όλο και περισσότερο με τον Αποστόλη, οργώνοντας το κέντρο της πόλης. Ήμουνα επιρρεπής σε πολλά – δυστυχώς και στο κάπνισμα. Κάπου σε εκείνη την εποχή, άναψα το πρώτο μου τσιγάρο. Από τότε πρέπει να κάπνισα όλες τις μάρκες που έχουν κυκλοφορήσει: Από «Παλλάς», «Κεράνης» και «Άρωμα» μέχρι «Sante» και «Gauloise». Θεωρώ τον εαυτό μου τυχερό που δε βρέθηκε μπροστά μου και κάποιο άλλου είδους τσιγάρο γιατί θα το δοκίμαζα κι αυτό – ευτυχώς εκείνη την εποχή το είδος αυτό σπάνιζε.
Δεν παίρναμε καμιά χαρά, κανένα ενδιαφέρον από το σχολείο παρά καταπίεση και φόβο κι έτσι αναζητούσαμε διεξόδους. Μία από αυτές ήταν και οι τηλεφωνικές φάρσες. Είχαμε στοχοποιήσει έναν κουρέα από τον Άλιμο τον οποίο δεν γνωρίζαμε αλλά ανταποκρινόταν βρίζοντας στο τηλέφωνο. Οι βρισιές του όμως είχαν τόση φαντασία, τέτοιο πλούτο, τέτοια έμπνευση που κατέληγαν σε τέχνη! Από την προφορά και το επώνυμό του καταλάβαινες πως ήταν επτανήσιος – από εκεί και οι ευφάνταστες βρισιές. Ο τύπος ήταν ταλέντο. Σήμερα θα ήταν πολύτιμη πηγή για έναν Λαογράφο.
Στη Δευτέρα είχαμε έναν «Μαθηματικό» πραγματικό σαδιστή. Θυμάμαι βεβαίως το όνομά του αλλά δεν το αναφέρω για μη του δώσω υπόσταση – να τον αφήσω στη λήθη. Αυτός ο ελεεινός τύπος εξέταζε σαν ιεροεξεταστής επί σαράντα λεπτά και «παρέδιδε» για μόλις πέντε. Χωρίς υπερβολή, ο άνθρωπος αυτός ήταν ανώμαλος, την έβρισκε τρομοκρατώντας εφήβους, με όπλο τα Μαθηματικά. Ώσπου μια μέρα ένας συμμαθητής μας, ένα ψηλό, σέρτικο παιδί εξερράγη και αγανακτισμένος του εξέφρασε όλα τα συσσωρευμένα παράπονα απειλώντας τον μάλιστα εμμέσως με αναφορά στον Γυμνασιάρχη – λες κι εκείνος δεν ήξερε. Σα να έδωσε το σύνθημα, όλη η τάξη ξεσηκώθηκε και τον γιουχάισε άγρια. Από τότε, το άθλιο αυτό υποκείμενο μαζεύτηκε λιγάκι αλλά η ζημιά είχε γίνει. Σχεδόν όλοι πηγαίναμε φροντιστήριο μπας και βγάλουμε άκρη και μισήσαμε την κορωνίδα του ανθρώπινου πνεύματος και του πολιτισμού, τα Μαθηματικά.
Δεν ήταν έτσι όμως και με τον καθηγητή της Μουσικής, τον Πολυχρονόπουλο. Ο άνθρωπος αυτός μας έβαζε να ακούμε κλασική μουσική με έναν τρόπο αβίαστο. Ακούσαμε την «Συμφωνία του Νέου Κόσμου» του Ντβόρζακ και μαγευτήκαμε ενώ για να προσεγγίσουμε τον Μπετόβεν μας είπε πως αν ζούσε σήμερα θα ήταν ροκάς. Αυτό ήταν. Τεντώσαμε τα αυτιά μας και αφηγήθηκε το πώς ο μεγάλος αυτός συνθέτης εμπνεύστηκε το «μοτίβο της μοίρας» της περίφημης 5ης Συμφωνίας: Έχανε λέει σταδιακά την ακοή του και μια μέρα που ήταν απελπισμένος, η υπηρέτρια χτύπησε την πόρτα της κάμαράς του με τέσσερα χτυπήματα κι εκείνος πίστεψε πως ήταν η μοίρα που του χτυπούσε την πόρτα. Μας εξήγησε επίσης πως το βιολί στην «Άνοιξη» του Βιβάλντι αναπαριστά ένα πουλάκι. Πρώτη φορά τα ακούγαμε όλα αυτά, μας άρεσαν, μα ντρεπόμασταν να το ομολογήσουμε. Αυτά με τον Μπετόβεν τα λέω στους μαθητές μου που τα ακούν έκπληκτοι και όταν ανοίγει ο καιρός τον Απρίλιο, τους βάζω και ακούν την «Άνοιξη» του Βιβάλντι εξηγώντας τους πως η μουσική αυτή αφηγείται μια μικρή ανοιξιάτικη ιστορία. Ελπίζω κάποιος από αυτούς να τα θυμάται στο μέλλον για να συνεχιστεί αυτή η γραμμή που ξεκίνησε κάπου το 1975 από τον Πολυχρονόπουλο – καλή του ώρα.
Έξω η Μεταπολίτευση έβραζε, εμφανίστηκαν οι πρώτες μαθητικές οργανώσεις με πρώτη και καλύτερη την Α.Α.Μ.Π.Ε. (Αντιφασιστική Αντιϊμπεριαλιστική Μαθητική Παράταξη Ελλάδας), παρακλάδι του Ε.Κ.Κ.Ε. – πιάσε τ’ αυγό και κούρευτο. Το ίδιο το σχολείο όμως, εξακολουθούσε να είναι αυστηρό.
Μια μέρα, στην Τρίτη, πηγαίνοντας στο Γυμνάσιο, περάσαμε μπροστά από το μικρό γηπεδάκι του μπάσκετ όπου κάτι Εκταίοι έπαιζαν πρωί πρωί. Του ήρθε η έμπνευση του Αποστόλη να μην πάμε την πρώτη ώρα και να παίξουμε κι εμείς. Φυσικά, συμφώνησα. Αφού ζητήσαμε την άδεια των μεγάλων οι οποίοι μας έβλεπαν με λίγο μεγαλύτερο σεβασμό από ότι θα έβλεπαν μια κατσαρίδα, αρχίσαμε να παίζουμε μαζί τους. Για κακή μας τύχη, πέρασε η φιλόλογός μας και μας είδε. Τα μαζέψαμε και φύγαμε τρέχοντας ενώ οι μεγάλοι μας κοίταζαν με οίκτο. Και βέβαια, μας κάλεσε στο γραφείο του ο Γυμνασιάρχης και μας ανακοίνωσε πως παίρναμε αποβολή για αύριο και «να περάσει ο πατέρας σας δια την δέουσαν ενημέρωσιν». Μ’ αυτό το τελευταίο πάγωσα. Πού να τολμήσουμε να πούμε στους οικοδόμους πατεράδες μας να χάσουν μεροκάματο για να έρθουν στο Γυμνάσιο και να μάθουν πως αντί για το σχολείο, εμείς παίζαμε μπάσκετ. Δεν τολμούσαμε ούτε να το σκεφτούμε! Την κατάσταση έσωσε ο Αποστόλης απολογούμενος με μια ερμηνεία που θα ζήλευε και ο Αιμίλιος Βεάκης – θέατρο έπαιζε ο μπαγάσας. Τότε δεν ήξερα βέβαια πως κάποτε ο Αποστόλης θα έπαιζε με την Καλουτά, τον Ρίζο, τον Χαϊκάλη, την Κοντού, την Καζιάνη – ούτε κι αυτός το ήξερε τότε. Αλλά αυτό είναι μια άλλη, πολύ ενδιαφέρουσα ιστορία.
Μετά από τα θεατρινίστικα παρακάλια του Αποστόλη – εγώ στεκόμουν βουβός κι ακίνητος – ο Σαλαγιάννης φώναξε την φιλόλογο που μας κάρφωσε και η οποία τον διαβεβαίωσε πως ήμασταν ήσυχα παιδιά και δεν είχαμε δώσει άλλες αφορμές. Ο Γυμνασιάρχης επέμεινε στην ημερήσια αποβολή αλλά «δια πρώτην και τελευταίαν φοράν» δε θα καλούσε τους πατεράδες μας. Φύγαμε σαν βρεγμένες γάτες από το γραφείο και την άλλη μέρα, προσποιούμενοι βεβαίως πως πηγαίναμε σχολείο, χωθήκαμε σε ένα υπόγειο καταγώγιο όπου επί έξι ώρες παίζαμε μπιλιάρδο και καπνίζαμε.
Κι εκεί του ήρθε μια άλλη σπουδαία ιδέα του Αποστόλη: «Μαλάκα μου δεν πάει άλλο», μου είπε σβήνοντας θεατρικά το τσιγάρο του. «Πρέπει να γίνουμε άντρες». Κατάλαβα τι εννοούσε και συμφώνησα με ενθουσιασμό. Μέγα λάθος...


Περνούσα τον τελευταίο μου χρόνο στην Αθήνα αλλά δεν το ήξερα τότε. Ο πατέρας είχε αφήσει την οικοδομή και δούλευε στην κεντρική λαχαναγορά στου Ρέντη. Ξενυχτούσε αφού οι παραλαβές από την επαρχία γινόντουσαν το βράδυ. Ήταν συνεχώς κατάχλωμος, δεν το άντεχε το ξενύχτι – ούτε κι εγώ το αντέχω.
Εγώ, στον δικό μου κόσμο. Τετάρτη Γυμνασίου, ήμουνα συνεχώς στη γύρα. Ευτυχώς ήρθε ένας νέος φιλόλογος, σοβαρός, αυστηρός αλλά με πολλή αγάπη στη δουλειά του και πάρα πολύ οργανωτικός. Σε πολύ λίγο χρονικό διάστημα, αναπλήρωσα τα κενά στα φιλολογικά, έγινα εξπέρ στο συντακτικό ενώ με συνάρπαζαν και τα Λατινικά. Μου άρεσε – και μου αρέσει ακόμη – αυτή η νεκρή πια γλώσσα που φέρνει κάτι από Μεσαίωνα. Ο Μηλιώτης, καλή του ώρα, με τον τρόπο του με έκανε να ανασύρω δυνάμεις και ικανότητες στο διάβασμα που δεν ήξερα ότι είχα. Διάλεξα το Κλασικό και όχι το Πρακτικό αφού δεν τα κατάφερνα το ίδιο καλά με τις θετικές επιστήμες. Το όνειρο του Αποστόλη ήταν να περάσει στη σχολή εμποροπλοιάρχων για να γίνει καπετάνιος και να γυρίσει όλο τον κόσμο και φυσικά μου το κόλλησε κι εμένα. Ευτυχώς δεν έγινα ποτέ πλοίαρχος κι έτσι ο κόσμος γλίτωσε από πολλές ναυτικές τραγωδίες.
Κάνοντας λοιπόν συστηματικό διάβασμα, μου έμενε μπόλικος χρόνος για αλήτεμα. Σύχναζα σε δύο καφετέριες, τη Miranda και τη Ρούγα. Η Miranda ήταν casual, μοντέρνα ενώ η Ρούγα της οποίας οι τοίχοι ήταν καλυμμένοι με τσουβάλια ήταν κουλτουριάρικη. Στη Miranda άκουγες Suzi Quatro και Smokie, στη Ρούγα Ξυλούρη και Μαρκόπουλο. Κανένα πρόβλημα, τα συνδύαζα και τα δύο. Στη Miranda σαχλαμαρίζαμε στο πατάρι πίνοντας καφέ και καπνίζοντας, στη Ρούγα κάναμε περισπούδαστες πολιτικές αναλύσεις στο πατάρι πίνοντας καφέ και καπνίζοντας. Εκεί σύχναζαν και μεγαλύτεροι μαθητές του Γυμνασίου, μέλη της Π.Α.Μ.Κ. (Πανελλήνιο Μαθητικό Κίνημα – παρακλάδι του ΠΑ.ΣΟ.Κ.) φορώντας πράσινα αμπέχωνα και μπερέδες. Αυτοί οι τύποι υποστήριζαν πως ο κόσμος πριν να γίνει κόκκινος, έπρεπε πρώτα να πρασινίσει μέσω του ΠΑΣΟΚ. Φαίνεται αστείο τώρα, όμως με κάτι τέτοια χτίστηκαν πολιτικές καριέρες κι αργότερα βίλες.
Πηγαίναμε τακτικά σινεμά, στην «Ατλαντίδα», που βρισκόταν στη Λ. Βουλιαγμένης μέσα σε «Αποπυρηνικοποιημένη Ζώνη» όπως διαβεβαίωναν οι πινακίδες που είχε βάλει πρόσφατα ο Δήμος, σπέρνοντας τον πανικό στους αμερικανικούς πυρηνικούς πυραύλους. Μας άρεσαν οι ταινίες με τον Τσαρλς Μπρόνσον, τον Λουί Ντε Φινέ, τον Πήτερ Σέλλερς.
Σε μια τέτοια με τον Λουί Ντε Φινέ καθόντουσαν ακριβώς μπροστά μας δύο κορίτσια τα οποία όταν γελούσαν με την ταινία, γύριζαν πίσω και μας κοίταζαν. Ακόμη θυμάμαι τα δροσερά κοριτσίστικα πρόσωπά τους που έλαμπαν μέσα στο ημίφως του σινεμά. Σήμερα θα τα καμάρωνα, τότε όμως με το που τελείωσε η ταινία, σηκωθήκαμε άρον άρον για να τα συναντήσουμε στην έξοδο. Χάθηκαν μέσα στο πλήθος και δεν τα βρήκαμε - ο Αποστόλης το έφερε βαρέως για εβδομάδες. Έτσι ήταν τα περισσότερα κορίτσια τότε: αέρινα, άπιαστα.
Μεγάλη σεξοβόμβα της εποχής ήταν η Λάουρα Αντονέλλι που πρωταγωνιστούσε στη «Μαλίτσια», μια Ιταλική σεξοκωμωδία που έδειχνε το στήθος της – και μέχρι εκεί. Προσπαθήσαμε να δούμε την ταινία στον συνοικιακό σινεμά αλλά δεν μας έβαλαν μέσα λόγω ηλικίας – η ταινία ήταν άνω των 18. Ένας συμμαθητής μας που ο αδερφός του σπούδαζε στην Ιταλία, είχε ένα περιοδικό το οποίο είχε αφιέρωμα στην Λάουρα Αντονέλλι το οποίο έγινε ανάρπαστο από το ξαναμμένο αγορομάνι. Βλέποντας την απήχηση του περιοδικού και αντιλαμβανόμενος ενστικτωδώς την αξία της σχέσης ζήτηση – προσφορά, εμφάνισε στο σχολείο ένα περιοδικό με σκληρό πορνό που το είχε φέρει από την Ιταλία ο αδερφός του (εδώ το είδος δεν κυκλοφορούσε ελεύθερα) το οποίο το νοίκιαζε 30 δραχμές την ημέρα! Έδινες τα χρήματα, το έβαζες βαθιά μέσα στη σχολική σου τσάντα και την άλλη μέρα του το επέστρεφες. Ο τύπος αφού το έπιανε πολύ επιφυλακτικά και με μια δόση σιχασιάς με τα ακροδάχτυλά του, το εξέταζε με τη σχολαστικότητα αναλυτή του CSI όταν ψάχνει για ίχνη DNA και όταν διαπίστωνε πως το περιοδικό ήταν άθικτο από όλες τις απόψεις, το έδινε στον επόμενο που ήταν στη λίστα αναμονής. Η όλη διαδικασία συναλλαγής βέβαια, γινόταν στις τουαλέτες του σχολείου και θύμιζε σκηνή από αστυνομική ταινία. Στις διαμαρτυρίες κάποιων πως το ενοίκιο ήταν ακριβό, απολογούνταν πως έπρεπε να δώσει και τη σχετική προμήθεια στον αδερφό του.
Με τον Αποστόλη γουστάραμε τη Ραφαέλλα Καρρά που παρουσίαζε ένα show στην τηλεόραση που λεγόταν «Canzonissima» και πολλά χρόνια αργότερα θα το αντέγραφε η Ρ. Κορομηλά καθώς και τη Νέλη Γκίνη που τη θεωρούσαμε την απόλυτη Ελληνίδα σεξοβόμβα.
Έτσι, ένα Σάββατο της Άνοιξης του’76 ντυμένοι στην πέννα, παρφουμαρισμένοι και με γεμάτη την τσέπη από το χαρτζιλίκι που το περισσεύαμε για μήνες γι’ αυτό το σκοπό, τραβήξαμε για την οδό Αθηνάς. Έπρεπε «να γίνουμε άντρες» κατά την Αποστόλια ρήση. Το αντριλίκι βέβαια είναι πολύ δυσκολότερη υπόθεση και εμπεριέχει πολλές και δύσκολες στην κατάκτησή τους αρετές. Δεν είχαμε ιδέα όμως τότε.
Διαλέξαμε ένα σπίτι στην τύχη και μπήκαμε.


Όμως, αυτά τα πράγματα θέλουν τον χρόνο τους, τον τρόπο τους, το γούστο τους. Κι εγώ εκείνες τις στιγμές δεν είχα ούτε χρόνο, δεν ήξερα τον τρόπο, δεν έκανα γούστο το άθλιο δωμάτιο. Βγήκα ηττημένος και με τα φτερά σπασμένα. Σε λίγο, βγήκε και ο Αποστόλης. Του εξομολογήθηκα το πάθημά μου κι αυτός μου ομολόγησε πως έπαθε το ίδιο. Μπορεί μια μέρα να γινόταν ηθοποιός αλλά εκείνη τη φορά δεν έπαιξε καθόλου καλά τον ρόλο του. Μου έλεγε ψέμματα και το κατάλαβα. Ήταν το καλύτερο και το πιο αντρίκιο ψέμα που έχω ακούσει μέχρι τώρα. Ο Αποστόλης δε χρειαζόταν «να γίνει άντρας». Με το ψέμα του αυτό απέδειξε πως ήταν. Ένα ψέμα που ανέβασε την εκτίμησή μου γι’ αυτόν πολλά επίπεδα παραπάνω. Τώρα που τα ξανασκέφτομαι όλα τούτα, το εκτιμώ ακόμη περισσότερο. Δεν είναι καθόλου εύκολο να τσαλακωθεί έτσι ένας δεκαπεντάχρονος έφηβος σε ένα τόσο ευαίσθητο θέμα όταν του δίνεται η ευκαιρία να κοκορευτεί και να γίνει ο ήρωας της ημέρας. Δεν το ξανασυζητήσαμε ποτέ.
Η Φύση όμως, πάντα βρίσκει το δρόμο της. Ίσως να οφείλεται και στο «θαυματουργό» νερό του Καματερού, αφού το βυτίο του πέρασε κι από τη γειτονιά μας και η μάνα μου γεμίζοντας δυο τρία μπιτόνια μου έδωσε κι εμένα να πιω. Από εκείνο το νερό ήπιε όλη η γειτονιά, όλη η Αθήνα, σχεδόν όλη η Ελλάδα, ήπιε και η μάνα μου – δεν εμπόδισε όμως τον καρκίνο να την σκοτώσει μέσα σε λίγους μήνες στα 74 χρόνια της.
Ξοδέψαμε κι άλλες φορές με τον Αποστόλη το χαρτζιλίκι που μπορούσαμε να μαζέψουμε σε τέτοιες επιδρομές επιβεβαίωσης του ανδρισμού μας. Είχαμε γίνει, επιτέλους, άνδρες.
Σε μια από τις αλητοβόλτες μας, μάθαμε πως εκεί κοντά, γυριζόταν ένα επεισόδιο κάποιου σήριαλ. Πήγαμε βέβαια να δούμε. Πετύχαμε πάνω στις πρόβες τον Δ. Παπαμιχαήλ και τη Θάλεια Παπάζογλου. Εγώ, βλέποντάς τους από κοντά, απογοητεύτηκα. Ήταν κανονικοί άνθρωποι, άσε που μπέρδευαν τα λόγια τους σιχτιρίζοντας. Ο Αποστόλης όμως, μαγεύτηκε. Αυτό ήταν. Του μπήκε το ψώνιο του ηθοποιού. Έπεισε τους γονείς του να κάνει ιδιαίτερα μαθήματα με έναν επαγγελματία ηθοποιό που νομίζω πως έμενε στην Ηλιούπολη, τον Ν. Πόγκα. Δεν ξέρω πώς κατάφερε να τους πείσει. Κάποια στιγμή, λίγες μέρες πριν φύγω οριστικά για Καβάλα, μετά από προτροπή του ίδιου, πήγα να τον παρακολουθήσω στο μάθημα. Ο Πόγκας τον είχε βάλει να κάνει τον Οιδίποδα! Έβλεπα τον Αποστόλη να βγάζει τις νοητές καρφίτσες από τον ανύπαρκτο χιτώνα του, να τις χώνει στα μάτια του και να σφαδάζει τυφλός πια στο πάτωμα. Αν στα πρώτα μαθήματα έπαιζε τον Οιδίποδα, τότε σαν ηθοποιός θα έπρεπε να παίζει τον Βασιλιά Ληρ στο Βασιλικό Θέατρο του Λονδίνου!
Όταν αποχαιρέτησα τους φίλους της γειτονιάς και μετά ξεχωριστά τον Αποστόλη (δεν μέναμε στην ίδια γειτονιά) πίστευα πως θα τα λέγαμε συχνά. Κάποια γράμματα στην αρχή που όλο και αραίωναν και μετά χαθήκαμε. Δεν τους ξαναείδα ποτέ. Κανέναν, εκτός του Αποστόλη.


Με πήρε τηλέφωνο το Φθινόπωρο του ‘89. Ήταν με τον θίασο της Καλουτά στην Καβάλα, σε μια επιθεώρηση του Θεάτρου «Μινώα». Ήρθε στο σπίτι, τον φιλέψαμε, καμάρωσε την σχεδόν τρίχρονη τότε κόρη μου, χάρηκε που έκανα οικογένεια – αυτός είχε προλάβει και να παντρευτεί και να χωρίσει. Δούλευε στο Δήμο Ηλιούπολης και παράλληλα ασχολιόταν και με την υποκριτική. Έπαιξε σε μερικές βιντεοταινίες πλάι σε μεγάλα ονόματα, συμμετείχε σε ένα δυο ξεχασμένα σήριαλ που προβάλλονταν στην ΕΡΤ την εποχή που άρχιζε η παρακμή της και σε μερικές επιθεωρήσεις. Εκείνο που χάρηκα ήταν πως είχε σταθερή δουλειά και είχε την πολυτέλεια να κάνει το ψώνιο του χωρίς το βιοποριστικό άγχος.
Το βράδυ πήγαμε με τη Νίτσα στον κατάμεστο Απόλλωνα να δούμε την παράσταση. Την είδαμε. Αντί για τον Βασιλιά Ληρ, ο Αποστόλης συμμετείχε σε μια αρπαχτή της συμφοράς. Του δώσαμε συγχαρητήρια βέβαια και του στείλαμε και ανθοδέσμη η οποία αντί να πάει στα καμαρίνια, βρέθηκε στην αγκαλιά του στη σκηνή όταν χαιρετούσαν το κοινό που στη συντριπτική του πλειοψηφία είχε εργατικά εισιτήρια – υποψιάζομαι πως οι μόνοι που πληρώσαμε κανονικά ήμασταν εμείς. Θυμάμαι έντονα το τεράστιο ευτυχισμένο χαμόγελο του Αποστόλη, που μόνο αυτός είχε ανθοδέσμη, το παγωμένο και γεμάτο ζήλια βλέμμα που του έριξε η Καζιάνη και την Καλουτά η οποία είτε ήταν στον κόσμο της και δεν πήρε είδηση πως μόνο αυτός είχε ανθοδέσμη είτε αυτά τα θέματα τα είχε ξεπεράσει προ πολλού. Τα σχόλιά μας για την παράσταση και την ερμηνεία του ήταν διθυραμβικά κάνοντας τον Αποστόλη τρισευτυχισμένο. Το δικό μου ψέμα ήταν ένα πολύ μικρό αντίδωρο στο δικό του που μου είχε πει 14 χρόνια πριν. Μου έδωσε το καινούριο του τηλέφωνο, αποχαιρετιστήκαμε και έφυγε με τον θίασο. Δεν ξαναβρεθήκαμε. Το τηλέφωνό του ανήκει εδώ και 15 χρόνια σε εταιρεία ταξί της Ηλιούπολης και το Google τον αναφέρει ως συντελεστή σε ξεχασμένες βιντεοταινίες.


Πίσω στον Ιούνιο του ’77, μισοξαπλωμένος στην κουκέτα του φορτηγού που μετέφερε τα πράγματά μας, δίπλα στον οδηγό η μάνα μου, ξεκινούσα για την Καβάλα όπου θα ολοκλήρωνα το μακρύ ταξίδι ενηλικίωσης. Αν και τώρα που το σκέφτομαι, το ταξίδι αυτό τελειώνει μαζί με τη ζωή. Πάντα κάτι μαθαίνεις, πάντα κάτι παθαίνεις, πάντα κάτι σου ξεφεύγει….


Τον ίδιο χρόνο, τον ίδιο μήνα, το μικροκαμωμένο κορίτσι έπαιρνε κι αυτό το δρόμο της επιστροφής από το Μόναχο σε ένα χωριό των Σερρών, 50 μόλις χιλιόμετρα μακριά. Οκτώ χρόνια αργότερα, οι ζωές μας θα συναντιόντουσαν.






Δευτέρα 18 Απριλίου 2016

Το τρανζιστοράκι


1965 ή 1966.
Κρατάω ένα τρανζιστοράκι. Το θυμάμαι ακόμη. Ήταν καλυμμένο με μια δερμάτινη θήκη που στην μπροστινή της μεριά εκεί που ήταν το ηχείο, ήταν γεμάτη τρυπούλες για να βγαίνει ο ήχος. Μου άρεσε να τη μυρίζω – είχε μια τραχιά, αψιά μυρωδιά δέρματος. 
Δεν άκουγα σταθμούς, μ’ άρεσαν τα παράσιτα. Δεν ξέρω τι συναρπαστικό έβρισκα στα παράσιτα αλλά μου άρεσε ν’ ακούω αυτό τον υπνωτικό, μονότονο ήχο.
Πολλά χρόνια αργότερα, θα μάθαινα πως τα παράσιτα του ραδιοφώνου και τα «χιόνια» της τηλεόρασης, είναι τα κατάλοιπα της Δημιουργίας, του Big Bang, η λεγόμενη ακτινοβολία υποβάθρου ή αν θέλετε πιο ποιητικά, η μελωδία του Σύμπαντος.
Πίσω μου οι γονείς μου, εικοσιπέντε χρόνια νεώτεροι από την ηλικία που έχω εγώ τώρα, δε βρίσκονται στη ζωή πια.
Σκέφτομαι κάποια στιγμή να βάλω στο ραδιόφωνο παράσιτα, μπας κι ανάμεσα από τη κακοφωνία τους ακούσω πάλι τη φωνή τους.