Σάββατο 27 Ιανουαρίου 2018

Το Νεραϊδόρεμα

Όσοι με γνωρίζουν με χαρακτηρίζουν κρυουλιάρη. Πραγματικά, τον χειμώνα φοράω τρία με τέσσερα στρώματα ρούχα ενώ το καλοκαίρι μες στον καύσωνα κυκλοφορώ με μακρυμάνικο πουκάμισο. Στο σπίτι είμαι με μάλλινη μπλούζα, διαφορετικά θα ήθελα μια περιουσία για θέρμανση.
Δεν ήμουν πάντα έτσι. Ούτε και κοιμόμουν τα βράδια με αναμμένο φωτάκι και ωτασπίδες. Τις δύο τελευταίες συνήθειες τις γνωρίζουν μόνο η γυναίκα μου και τα παιδιά μου, όχι όμως και την αιτία και των τριών τους, που γεννήθηκαν επώδυνα τριάντα πέντε χρόνια πριν – και βάλε.
Ήμουν ο τελευταίος φαντάρος του Ελληνικού Στρατού, όπως λέγαμε τότε τον στρατιώτη που δεν είχε κάποια ιδιαίτερη ειδικότητα. Αυτό δεν ήταν κακό, κάθε άλλο. Ήσουν απαλλαγμένος από ευθύνες, άρα και ποινές, ενώ τα καθήκοντά σου ήταν τα στοιχειώδη, όπως σκοπιές, αγγαρείες, κλπ. 
Στη μονάδα μου είχαμε έναν λοχία, τον Πάνο. Ήταν ένα κοντόσωμο δεκαεννιάχρονο παιδί από μια κωμόπολη της Πελοποννήσου. Ο Πάνος ήταν φιλότιμος, εργατικός, τυπικός. Καθώς ήταν πολύ μακριά από το σπίτι του, ο Πάνος δεν έπαιρνε πολλές εξόδους και ήταν μονίμως σχεδόν μέσα στο στρατόπεδο. Δεν κάναμε πολλή παρέα, αν και μιλούσαμε συχνά, τις περισσότερες φορές μέσα στο ΚΨΜ, ενώ παίζαμε πού και πού και κάποια ματς πινγκ πονγκ. Ήμασταν ίδια σειρά με τον Πάνο κι αυτό μας έδενε με κάποιον τρόπο – πάντα με αποκαλούσε «σειρούλα» και όχι με το όνομά μου. Οι κουβέντες μας ήταν μόνο φανταρίστικες αφού ο Πάνος έχοντας με τα χίλια ζόρια τελειώσει ένα Γυμνάσιο, δεν ενδιαφερόταν για τίποτε παραπάνω πέρα από τον τόπο του, όπου και το μπακάλικο του πατέρα του το οποίο θα το μετέτρεπε εκείνος σε μίνι μάρκετ όταν με το καλό απολυόταν.
Στην πραγματικότητα, ο Πάνος είχε κι ένα άλλο, έντονο ενδιαφέρον. Του άρεσε πολύ η ερωτική τέχνη, για να το θέσω κομψά. Όποιο σχετικό περιοδικό της εποχής κυκλοφορούσε από χέρι σε χέρι και από θάλαμο σε θάλαμο, ο Πάνος ήταν ο πρώτος ιδιοκτήτης και… χρήστης. Ταρατατά, Ζάκουλα, Καζανόβας, Μοντατόρε, Διάβασέ με και άλλα παρόμοια, σχημάτιζαν την φανταρίστικη βιβλιοθήκη του λόχου με τον Πάνο επίτιμο βιβλιοθηκάριο. 
Ο Πάνος όμως δεν περιοριζόταν στην έντυπη εκδοχή αυτής της τέχνης. Ήταν παρών σε κάθε προβολή ερωτικής ταινίας που πρόβαλλε πού και πού ο κινηματογράφος της μικρής πόλης που βρισκόταν το στρατόπεδό μας. Ταινίας που στη συνέχεια ο Πάνος την ανέλυε εμβριθώς και σε κάθε λεπτομέρεια, σαν να ήταν κριτικός κινηματογράφου σε έντυπο παγκοσμίου εμβέλειας. Καθώς εκείνη την εποχή τα «έξυπνα» κινητά τηλέφωνα ανήκαν στη σφαίρα της επιστημονικής φαντασίας η μόνη πηγή απόλαυσης αυτής της τέχνης ήταν το συνένοχο κλείσιμο του ματιού στον περιπτερά ή η είσοδος με χίλιες προφυλάξεις στα ενδότερα κάποιου σινεμά που προέβαλλε τέτοιες ταινίες. Φυσικά εμείς τότε, σαν φαντάροι, ήμασταν αποενοχοποιημένοι, αφού κρυβόμασταν όλοι πίσω από την χακί στολή.
Με τον Πάνο βγήκαμε μαζί μερικές φορές περίπολο. Ίσως να ήταν ο μόνος υπαξιωματικός που ακολουθούσε επακριβώς το τρίωρο δρομολόγιο και δεν λουφάριζε κάπου. Εμένα δεν με ένοιαζε, αφού προτιμούσα την βόλτα από το αραλίκι.
Θυμάμαι τον χρόνο, τον μήνα, την ημέρα και την ώρα που βγήκαμε με τον Πάνο για τελευταία φορά περίπολο.
Νύχτα καλοκαιριάτικη ήταν, με ένα φεγγάρι να φωτίζει το δάσος. Ήμασταν τελευταίο περίπολο, 3-6 στο φυλάκιο κοντά στο δάσος. Το φυλάκιο ήταν επανδρωμένο με έναν δόκιμο, δύο υπαξιωματικούς κι έξι στρατιώτες. Η διαδρομή του περιπόλου ήταν Φυλάκιο – Πηγές – Νεραϊδόρεμα – Σταυρός- Αη Λιας και πίσω, στο φυλάκιο. Τα τοπωνύμια μας ήταν γνωστά, ενώ γνωρίζαμε άριστα τη μορφολογία του εδάφους. Περπατούσαμε στο δάσος αμίλητοι. Ο Πάνος σπάνια ξεκινούσε συζήτηση από μόνος του κι εγώ δεν είχα όρεξη για κουβέντα. Περάσαμε τις Πηγές και κατευθυνόμασταν στο Νεραϊδόρεμα. Σε όλη την πορεία μασουλούσα αργά ένα ξερό κουλούρι κι ήθελα να κάνω ένα τσιγάρο. Όταν φτάσαμε κοντά στο Νεραϊδόρεμα, ζήτησα από τον Πάνο μια στάση για να καπνίσω. Εκείνος συμφώνησε. Καθίσαμε και οι δύο, εκείνος σε μια πέτρα κι εγώ βολεύτηκα πίσω του, ακουμπώντας την πλάτη μου σε μια πελώρια καστανιά.
Πολύ λίγο αργότερα και μέσα στην ησυχία του δάσους, άκουσα τον Πάνο να σηκώνεται. Από τα βήματά του, κατάλαβα πως κατευθύνονταν ίσα στο ρέμα. Γύρισα το κεφάλι μου να δω, μα ο κορμός του μεγάλου δέντρου έκρυβε τη θέα. Έστριψα το σώμα μου και είδα.
Μέσα στο Νεραϊδόρεμα ήταν μια ολόγυμνη νέα γυναίκα και φαινόταν πως λουζόταν. Είχε στραμμένη την πλάτη της σε εμάς και φαινόντουσαν μόνο τα μακριά μαλλιά και βέβαια, η πλάτη και οι γλουτοί της. Είχε νεανικό και πολύ όμορφο σώμα. Ο Πάνος τραβούσε κατευθείαν επάνω της σαν υπνωτισμένος. Πέταξα αμέσως το τσιγάρο και βάζοντας βιαστικά το Μ1 στήριγμα, προσπάθησα να σηκωθώ. Το κοντάκι του όπλου όμως ακουμπούσε σε πέτρα η οποία αναποδογύρισε ρίχνοντάς με κάτω, πάλι πίσω από το δέντρο – και τότε συνέβησαν τα αδιανόητα.
Άστραψε σκοτάδι – ναι, άστραψε. Μόνο έτσι μπορώ να περιγράψω το σκοτάδι που πλάκωσε το δάσος για ένα δυο δευτερόλεπτα, όσο διαρκεί δηλαδή και μια έκλαμψη φωτός.
Κρύο απότομο, πολύ, αφόρητο, αβάσταχτο. Κρύο που αν διαρκούσε λίγο περισσότερο από τα δυο τρία δευτερόλεπτα που κράτησε, θα αφάνιζε κάθε ζωή στο δάσος – κι εμένα μαζί.
Απόκοσμο μουγκρητό. Ήχος που αποκλείεται να βγήκε από λαρύγγι πλάσματος αυτού του κόσμου. Μουγκρητό που κανείς τεχνικός των υπερσύγχρονων κινηματογραφικών εφέ δεν πρόκειται να δημιουργήσει.
Σχεδόν ταυτόχρονα, ακούστηκε η ριπή του Τόμσον. Ο Πάνος είχε αδειάσει τον εικοσάρη γεμιστήρα του όπλου. Ήταν το τελευταίο πράγμα που έκανε συνειδητά.
Πεσμένος στο χώμα, τρέμοντας από το κρύο και τον φόβο, όπλισα το Μ1. Έρποντας έκανα τον γύρο του δέντρου και ξεμύτισα με το όπλο προτεταμένο. Είδα τον Πάνο όρθιο, στο ίδιο σχεδόν σημείο που τον είδα πριν ελάχιστα δευτερόλεπτα με το Τόμσον πεσμένο στο έδαφος να καπνίζει από την κάννη του. Σηκώθηκα όρθιος, τον πλησίασα και τον είδα. Το στόμα του ήταν στραβό, παγωμένο σε έναν απαίσιο μορφασμό ενώ δάκρυα, μύξες και σάλια έτρεχαν στο παραμορφωμένο του πρόσωπο. Κάτω του ξεχώριζε μια πελώρια στύση, μούσκεμα στο σπέρμα.
Η κοπέλα δεν ήταν πουθενά. Το νεραιδόρεμα ήταν σε μεγάλο ξέφωτο, ο χρόνος δεν επαρκούσε να κρυφτεί – τότε πού ήταν;
Τρελός από φόβο, με το μουγκρητό ακόμη στα αυτιά μου, τρέμοντας από το κρύο – αν και η θερμοκρασία στο δάσος ήταν τώρα φυσιολογική – και με ριπές σκότους στα μάτια μου, πέταξα πλάι μου το όπλο μου, έπεσα στα γόνατα δίπλα στον ακίνητο Πάνο και ξέσπασα σε λυγμούς. Λυγμούς που αντί να με ξαλαφρώσουν με έκαναν χειρότερα. Κάποια στιγμή πήρα το Μ1 από δίπλα μου. Θυμάμαι πως το κοίταζα με απάθεια, όπως με απάθεια έβγαλα την ασφάλεια και το έφερα κάτω από το σαγόνι μου. 
Δυο χέρια άρπαξαν το τουφέκι και άλλα τέσσερα άρπαξαν εμένα. Ο σκοπός του φυλακίου άκουσε την ριπή, ξύπνησε τους άλλους και ήρθαν τρέχοντας. Πρέπει να ήμουν αρκετή ώρα έτσι για να προλάβουν να έρθουν. 
Το επόμενο που θυμάμαι είναι το Στρατιωτικό Νοσοκομείο. Οι γονείς μου ήρθαν άρον άρον να με δουν. Ο γιατρός τους καθησύχασε λέγοντάς τους πως απλά έπαθα νευρικό κλονισμό βλέποντας τον λοχία σ’ αυτά τα χάλια. Τις πρώτες ημέρες κολυμπούσα σε ένα ευχάριστο, ζεστό ζελέ και όλες μου οι αισθήσεις ήταν σε καταστολή, προφανώς από τα ηρεμιστικά που μου έβαζαν. Σιγά σιγά ξαναγύρισα στον κόσμο. Δε θα ήμουν ποτέ όμως ο ίδιος άνθρωπος.
Όταν συνήλθα πλήρως, ήρθε η Στρατονομία. Ο Λοχαγός που θα έπαιρνε κατάθεση ήταν ένας εύθυμος, γελαστός άνθρωπος. Το πρώτο που τον ρώτησα ήταν για τον Πάνο. Δε μάσησε τα λόγια του. Ο Πάνος για κάποιο λόγο σάλεψε και δεν υπήρχε περίπτωση να επανέλθει.
Όταν με ρώτησε για το περιστατικό, του είπα τα πάντα εκτός από την κοπέλα. Τι να του έλεγα δηλαδή; Πως ο Πάνος έγινε έτσι επειδή είδε μια νεράιδα; Νεράιδα; Κατευθείαν τρελόχαρτο και μετά τέλος ο διορισμός μου και τζάμπα οι σπουδές μου. Με έκπληξή μου διαπίστωσα πως ο Λοχαγός δεν επέμεινε σε λεπτομέρειες και αρκέστηκε στην κατάθεσή μου. Τα στοιχεία όμως έδειχναν όπως έμαθα αργότερα πως οι σφαίρες του Τόμσον έφυγαν ίσια, πράγμα που σημαίνει πως ο Πάνος το κρατούσε σταθερά και με τα δύο χέρια. Κάποιον ή κάτι σημάδευε – πώς γίνεται να το κάνει με εγκεφαλικό; Δεν ενδιέφερε κανέναν να διερευνηθεί το θέμα. Ο λοχίας Παναγιώτης Κ. έπαθε κάτι σαν εγκεφαλικό – και τέλος. 
Πήρα δέκα μέρες αναρρωτική. Όταν γύρισα στο Τάγμα ευχαρίστησα τα παιδιά του φυλακίου που με έσωσαν κάνοντάς τους το τραπέζι σε ταβέρνα της περιοχής. Απολύθηκα, χαθήκαμε. Διορίστηκα, παντρεύτηκα, έκανα παιδιά. 
Ξαναείδα τον Πάνο, είκοσι χρόνια αργότερα. Πήγαμε διακοπές οικογενειακώς στην Πελοπόννησο. Η κωμόπολη του Πάνου απείχε περίπου είκοσι χιλιόμετρα από το ξενοδοχείο. Ένα μεσημέρι που αποκαμωμένοι η γυναίκα και τα παιδιά από τον ήλιο και τη θάλασσα κοιμόντουσαν, πήρα το αμάξι και πήγα . Βρήκα το μπακάλικο του πατέρα του που ποτέ δεν έγινε μίνι μάρκετ. Μπήκα μέσα να ψωνίσω τάχα. Τα πόδια μου κοπήκαν όταν τον αντίκρισα. Καθόταν σε μια γωνιά και κοίταζε το κενό. Μια γυναίκα που από την προφορά της κατάλαβα πως ήταν Αλβανή καθόταν στο ταμείο και διάβαζε ένα κουτσομπολίστικο περιοδικό. Ψώνισα μερικά πράγματα στην τύχη και πλησίασα τον Πάνο. Δε μου έδωσε σημασία κι εγώ έσκυψα στο στραβωμένο του πρόσωπο.
-Γεια σου λοχία, τι κάνεις; Με θυμάσαι; του είπα ψιθυριστά σχεδόν.
-Δε μιλάει, ούτε ακούει, άστον, είπε η γυναίκα του ταμείου.
Με τρεμάμενα πόδια και με βουρκωμένα μάτια σηκώθηκα να φύγω.
Τότε ξαφνικά με άρπαξε, έφερε το πρόσωπό του μπροστά στο δικό μου και ούρλιαξε ψιθυριστά, γεμίζοντάς με σάλια:
-Χίλια χρόνια! Χίλια χρόνια με κράτησε η καταραμένη στο ρέμα! Χίλια χρόνια κρύο, σκοτάδι και φωνές! Της ξέφυγα όμως, ε σειρούλα;
Με χτύπησε κεραυνός. Όχι μόνο μίλησε αλλά και με γνώρισε!
Πετάχτηκα πίσω τόσο βίαια που έπεσα πάνω σε ένα ράφι γκρεμίζοντας κάτι κονσέρβες. Η Αλβανή άφησε τον πάγκο και ήρθε κοντά καλύπτοντας από την ταραχή της το στόμα της με τα δυο της χέρια. Κάτι έλεγε στα Αλβανικά πολύ ταραγμένη κοιτάζοντας τον Πάνο που, ατάραχος τώρα, ξανακάθισε στη θέση του και ξανακοίταζε το πουθενά. 
Έφυγα τρέχοντας και τρέμοντας. Μετά βίας οδήγησα πίσω στο ξενοδοχείο όπου κατέβασα δύο λεξοτανίλ που πάντα έχω μαζί μου. Οι δικοί μου κοιμόντουσαν ακόμη. Τους ζήλεψα.
Πέρασαν από τότε τρεισήμισι δεκαετίες. Η νεράιδα – γιατί τι άλλο ήταν; - η νεράιδα που αιχμαλώτισε το μυαλό του δύστυχου Πάνου για χίλια χρόνια και μετά το σκότωσε, δεν έκανε και σε μένα το ίδιο χάρις στο σκουντούφλημα του Μ1.
Μου άφησε όμως τρία κουσούρια.
Κρυώνω διαρκώς από τότε, δεν μπορώ το σκοτάδι και, τέλος, βάζω ωτασπίδες στο κρεβάτι επειδή την ώρα που με παίρνει ο ύπνος, κάθε ήχος θυμίζει το Μουγκρητό. Η γυναίκα μου και τα παιδιά μου, τα εκλαμβάνουν ως ιδιοτροπία ή το πολύ πολύ φοβία. Δεν τους έχω μιλήσει ακόμη και μάλλον δε θα τους το πω ποτέ…

Τετάρτη 24 Ιανουαρίου 2018

Χρυσάφι στο μανίκι



Κάπως έτσι θα ήμουν εγώ όταν θα μεγάλωνα κι αφού αποφοιτούσα από την σχολή εμποροπλοιάρχων βέβαια. Ήταν ο Αποστόλης – ποιος άλλος; - που μου είχε φουσκώσει τα μυαλά να γίνω καπετάνιος, εκεί γύρω στα ΄73 – 74.
«Μαλάκα τέτοια τσιγάρα θα πρέπει να καπνίζουμε» απεφάνθη με ύφος ταλαιπωρημένου γεροθαλασσόλυκου. 
Ζήτημα ήταν αν καπνίζαμε καναδυό πακέτα τον μήνα, πακέτα που τα έκρυβα επιμελώς στα βάθη της σχολικής μου τσάντας, πάντα όμως διαφορετικής μάρκας. Κυριολεκτικά, κάπνισα όποια μάρκα κυκλοφορούσε στα περίπτερα μεταξύ 1973-1979 πριν καταλήξω δηλαδή ολοκληρωμένος καπνιστής με σταθερή μάρκα.
Αυτά λοιπόν τα τσιγάρα θα έπρεπε να καπνίζω, αν ήθελα να γίνω σωστός κι ολοκληρωμένος καπετάνιος..
Θα γύριζα όλο τον κόσμο, θα είχα σε κάθε λιμάνι κι από μια γυναίκα, θα έβγαζα πολλά λεφτά. Μπορεί – γιατί όχι; – να γινόμουνα καπετάνιος σε κρουαζερόπλοιο. Η στολή μου θα τραβούσε αν μαγνήτης τις γυναίκες που θα ζητούσαν τη συντροφιά ενός έμπειρου και περιπετειώδους άνδρα.
Ο Αποστόλης είχε έναν – θείο – του –ξαδέρφου – του κουνιάδου – του μπαμπά του που ήταν καπετάνιος και του φούσκωνε κι εκείνου τα μυαλά με ναυτικές περιπέτειες και κατορθώματα που έκανε στο παρελθόν πριν καταλήξει πλοίαρχος σε φέρυ της γραμμής Πειραιά – Σαλαμίνας.
«Αμ το άλλο ρε πού το βάζεις;» έλεγε ο Αποστόλης. «Οι καπετάνιοι κονομάνε τόσα, που μετά τα σαράντα βγαίνουν στη στεριά με μια μεγάλη σύνταξη και πολλά λεφτά για να κάνουν ό,τι γουστάρουν».
Μετά τα σαράντα! Τι να τα κάνω τα λεφτά όταν θα γερνούσα, εγώ τα ήθελα όσο ήμουνα νέος, σκεφτόμουν με το δεκατετράχρονο μυαλό μου. Αλλά για να το λέει ο Αποστόλης…
Ονειρευόμασταν ένα λαμπρό μέλλον που ένα χρυσό σιρίτι στο μανίκι θα μας έφερνε λεφτά, περιπέτειες, γυναίκες. Καπνίζαμε λοιπόν κι ονειρευόμασταν, ονειρευόμασταν και καπνίζαμε - Old Navy φυσικά.
Ούτε ο Αποστόλης ούτε κι η αφεντιά μου γίναμε καπετάνιοι τελικά. Δε θα μπορούσα ποτέ να κάνω αυτή τη δουλειά, κατ’ αρχήν επειδή είμαι τόσο χασοδρόμης που το GPS στο αυτοκίνητο τις περισσότερες φορές έχει αναφέρει «Η διαδρομή σας υπολογίζεται ξανά» παρά «Φτάσατε στον προορισμό σας». Άσε που θα με έπιαναν οι φοβίες και οι ανασφάλειές μου καταμεσής στο πουθενά, χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά από τον πολιτισμό.
Τελικά, για να παραφράσω και τον ποιητή, ακόμα και χωρίς «χρυσάφι στο μανίκι», το βρήκα το στρατί της ζωής.

Το άρωμα


Λοιπόν, έξυνες με το νύχι σου μια μικρή επιφάνεια στη σελίδα της διαφήμισης και μύριζες το άρωμα. Είχα και τα τρία αρώματα σε σπρέι αλλά το μεγάλο μου πρόβλημα ήταν ποιο από τα τρία να βάλω – το τέταρτο, το «Φρη μαν» κυκλοφόρησε αργότερα, όταν οι ιδέες που κουβαλούσα πάνω στην τρέλα της εφηβείας, μου απαγόρευαν τέτοιες συνήθειες.
Λοιπόν, να έβαζα «Ιντεπέντεντ», για να είμαι δυναμικός ή να έβαζα «Λε Μαν» για να γίνω επιτυχημένος; Ο τύπος που παίζει γκολφ και είναι δυναμικός μου κάνει, ο δεύτερος, ο επιτυχημένος, μου φαινόταν γέρος.
Μήπως πάλι να γινόμουν ο «Μπάτσελορ», ο αδέσμευτος δηλαδή και που με το λάγνο βλέμμα πάνω από τα γυαλιά κεραυνοβολούσε τις γυναίκες;
Εννοείται βέβαια πως και τα τρία (φτηνά και χαμηλής ποιότητας) αρώματα δε με ενδιέφεραν – με ενδιέφερε η περσόνα που αντιστοιχούσε στο κάθε άρωμα και που το δεκατριάχρονο μυαλό μου πίστευε πως βάζοντας το άρωμα θα μεταμορφωνόμουν, άσε που θα γινόμουν δυο φορές άνδρας σύμφωνα με το σλόγκαν. Πού να ήξερα πως το αντριλίκι είναι κάτι πολύ μεγαλύτερο από μερικές σταγόνες σπρέι.
Τελικά ούτε δυναμικός, ούτε επιτυχημένος, ούτε αδέσμευτος έγινα – δε βαριέσαι. Δυναμικός δεν είμαι από χαρακτήρα, επιτυχημένος με τον τρόπο που προβάλλει η διαφήμιση, να μου λείπει. Όσο για αδέσμευτος, ούτε για αστείο, δε την μπορώ τη μοναξιά.

Μόνο να, θα ήθελα να ξαναμυρίσω λίγο από αυτό το σπρέι.

Τετάρτη 27 Δεκεμβρίου 2017

Ραγισμένη καρδιά

Ο Αντώνης γεννήθηκε το 1947 σε μια μικρή κωμόπολη της Πελοποννήσου αλλά έζησε ολόκληρη σχεδόν τη ζωή του στην Αθήνα από τότε που πέρασε στο Φυσικό. Εκεί γνώρισε και τη Μαίρη που εργαζόταν πωλήτρια σε μαγαζί με ρούχα. Η Μαίρη ήταν ένα μικροκαμωμένο κορίτσι λίγο κάτω από τα είκοσι. Ήταν από μια πάμφτωχη αγροτική οικογένεια, από ένα χωριό της Αττικής. Συνδέθηκαν με μια σχέση που δεν ήταν από εκείνες που βλέπει κανείς στο σινεμά ή διαβάζει σε μυθιστορήματα. Ήταν μια σχέση ήρεμη, γήινη, χωρίς εξάρσεις. Μόλις εκείνος πήρε το πτυχίο του παντρεύτηκαν και αμέσως μετά στρατεύτηκε. Υπηρέτησε σχεδόν όλη τη θητεία του στην Αθήνα, στο Γενικό Επιτελείο, καθότι πτυχιούχος Πανεπιστημίου. Στη διάρκεια της θητείας του έχασε και τους δυο γονείς του. Ξεπούλησε τη μικρή περιουσία που είχαν κι έκοψε κάθε επαφές με συγγενείς.
Όταν απολύθηκε, έπιασε δουλειά σε ένα φροντιστήριο. Την Μαίρη την έδιωξαν από το μαγαζί που δούλευε, επειδή ο κύριος Μάκης, το αφεντικό της, φοβόταν πως θα μείνει έγκυος και θα πλήρωνε άδειες και τα ρέστα. Η Μαίρη έφυγε με ανακούφιση, αφού ο κύριος Μάκης δε θα την ξαναβίαζε.
Μερικές φορές, όταν το μαγαζί δεν είχε κόσμο και πλησίαζε η ώρα για να κλείσουν, ο κύριος Μάκης χούφτωνε τον καβάλο του και την πλησίαζε. Την ξεπαρθένεψε την πρώτη εβδομάδα που την πήρε στη δουλειά. Εκείνη δεν αντιστάθηκε, παρά μόνο τον κοίταζε κατακόκκινη από αμηχανία και ντροπή. Από τότε τη βίασε πολλές φορές, κάνοντας σ’ αυτήν αυτά που η γυναίκα του δεν τον άφηνε να κάνει. Αυτό που τη γέμιζε ενοχές όμως, ήταν πως μερικές φορές το ευχαριστιόταν. Εκείνες τις φορές τριβόταν τόσο πολύ με το σφουγγάρι στο μπάνιο που στο σώμα της άνθιζαν μικρά εγκαύματα. Ο κύριος Μάκης βέβαια δε νοιαζόταν γι αυτά και είχε τη συνείδησή του ήσυχη, αφού πλήρωσε από την τσέπη του τις τέσσερις αμβλώσεις καθώς και την παρθενορραφή για να δοθεί η Μαίρη άσπιλη την πρώτη νύχτα του γάμου της. Εκείνη λαχταρούσε πάντα να κάνει στο κρεβάτι με τον άντρα της αυτά που με το ζόρι την έβαζε να κάνει ο κύριος Μάκης αλλά βέβαια δεν τόλμησε ποτέ να του τα ζητήσει. Όταν έμεινε έγκυος, ο κόσμος της Μαίρης γέμισε ξαφνικά χρώματα. Σε όλη τη διαδρομή από το ΙΚΑ μέχρι το σπίτι, η Αθήνα τής φάνηκε σαν σκηνικό από μιούζικαλ, σαν αυτά που έβλεπε στον κινηματογράφο. Το είπε στον Αντώνη ολόχαρη, μα εκείνος σκοτείνιασε. Δε μας φτάνουν τα λεφτά, πώς θα τα βγάλουμε πέρα, να διοριστώ πρώτα, έχουμε καιρό μπροστά μας. Η πέμπτη άμβλωση την άφησε στέρφα. Δεν έφταιγε ο γιατρός – ήταν ο ίδιος που της έκανε τις άλλες τέσσερις και φυσικά έκαναν πως δε γνωρίζονταν – την είχε προειδοποιήσει. Μαράθηκε στα είκοσι τέσσερα μόλις χρόνια της και είκοσι χρόνια αργότερα πέθανε.
Ήταν τυχερός ο Αντώνης, διορίστηκε αμέσως μετά την Μεταπολίτευση σε Γυμνάσιο της Αθήνας. Όλα αυτά τα χρόνια ζούσανε καλά χάρη στα ιδιαίτερα μαθήματα που έκανε και στη φήμη που απέκτησε επειδή πολλές φορές «έπιανε» τα θέματα των εξετάσεων στο Πανεπιστήμιο. Αγόρασαν διαμέρισμα, αυτοκίνητο, ένα μικρό εξοχικό στην Ανάβυσσο για τα καλοκαίρια, ζούσαν μια άνετη ζωή. Δε συζήτησαν ποτέ το θέμα του παιδιού. Η Μαίρη δεν ξανάπιασε δουλειά, ασχολιόταν με τα οικιακά και με το να κερατώνει τον Αντώνη. Όλη η πίκρα, η στενοχώρια, η καταπιεσμένη θλίψη της, διοχετεύτηκε στο να κάνει σεξ με πολλούς ευκαιριακούς εραστές. Ζούσαν μια τυπική συζυγική ζωή, χωρισμένοι στην ψυχή και στο σώμα. Εκείνος ξέδινε περιστασιακά με πόρνες κι εκείνη ξετίναζε τους εραστές της και συνέχιζε να μαραίνεται.
Η Μαίρη πέθανε στον Άγιο Σάββα από καθολικό καρκίνο στα σαράντα τρία της. Λίγους μήνες από τη διάγνωση ήταν ένας σάκος από κόκαλα. Ο Αντώνης όλους αυτούς τους μήνες δεν έφυγε από κοντά της. Τις νύχτες της χημειοθεραπείας κοιμόταν δίπλα της στην καρέκλα, τις ημέρες του πόνου κρατούσε το χέρι της απαλά και το φιλούσε τρυφερά, τις τελευταίες μέρες που έμεινε τυφλή της διάβαζε περιοδικά. Πέθανε ήσυχα, σε κώμα που είχαν προκαλέσει τα ισχυρά παυσίπονα, κρατώντας του το χέρι. Τον είχε συγχωρέσει τον Αντώνη – δεν συγχώρεσε όμως τον εαυτό της.
Μετά την κηδεία γύρισε σπίτι και κάθισε στο σκοτάδι. Ζητούσε απελπισμένα μια παρηγοριά. Μια παρηγοριά για μια ζωή που πέρασε από μπροστά του, γλίστρησε και του ξέφυγε χωρίς να το καταλάβει. Ξένος ο Αντώνης μεταξύ ξένων, αφού δεν άφησε κανέναν να του αγγίξει την ψυχή, κανέναν. Οι γονείς του, οι συμμαθητές, οι συμφοιτητές – μα δε θυμόταν κανέναν! – οι συνάδελφοι, οι μαθητές, η επιστήμη του η ίδια, πέρασαν από μπροστά του σαν ένα κινούμενο ταμπλώ βιβάν κι εκείνος απλά παρακολουθούσε. Δεν ήταν κακός άνθρωπος ο Αντώνης, ούτε στριφνός και απόμακρος. Όσοι τον γνώριζαν είχαν κι ένα καλό λόγο να πουν. Ίσως κάτι να πήγε στραβά πολύ νωρίς σ’ αυτόν, ποιος ξέρει. Σηκώθηκε, άνοιξε το ντουλάπι κι έπιασε το μπουκάλι με το ουίσκι.
Οι γείτονες το κατάλαβαν από τη μυρωδιά. Οι πυροσβέστες έσπασαν τη θωρακισμένη πόρτα και τον βρήκαν. Ηρεμιστικά, υπνωτικά και αλκοόλ είναι θανατηφόρος συνδυασμός. Οι συνάδελφοι και γνωστοί του, συμπέραναν πως «ράγισε η καρδιά του».

Δευτέρα 23 Οκτωβρίου 2017

Η προσφορά


Από μικρός ήταν ευλογημένος από τη Μεγάλη Θεά. Έφτιαχνε όμορφα πράγματα από πέτρα και πηλό που τα μοιραζόταν με τους ανθρώπους του οικισμού. Κάθε φορά που μια Μητέρα θα έφερνε έναν ακόμα άνθρωπο στη ζωή, έφτιαχνε από πηλό το ομοίωμά της και της το χάριζε για να βοηθηθεί στη γέννα. 
Η Σεβάσμια Μητέρα του οικισμού τον καθοδηγούσε, τον ενθάρρυνε και τον παίνευε σε κάθε ευκαιρία. Τα έργα του τα θαύμαζαν όλοι καθώς αυτά τιμούσαν τη Μεγάλη Θεά που τους προστάτευε. 
Ο οικισμός ήταν αραιοκατοικημένος στην κορυφή του λόφου και αποτελούνταν από μικρά σπιτάκια κατασκευασμένα από πέτρες και πλιθιά κι έχοντας δάπεδα από πατημένο πηλό. Καλλιεργούσαν τη γη εξασφαλίζοντας τα απαραίτητα κι έβοσκαν τα ζώα τους στους γύρω χαμηλούς λόφους. Η Μεγάλη Θεά φρόντιζε να κρατάει σταθερούς τους κύκλους της γονιμότητάς της και να τους χαρίζει τα αγαθά της: σιτάρι, μπιζέλια, φακές, σύκα, βελανίδια. Ο ίδιος καλλιεργούσε το μικρό μέρος γης που του αναλογούσε ενώ τα δυο του πρόβατα, έδιναν πολλά και ζητούσαν λίγα. Όταν τελείωνε τις δουλειές του, έφτιαχνε τα μικρά του πήλινα τεχνουργήματα για τα οποία όλος ο οικισμός τον θαύμαζε και τον σεβόταν. Ήταν ευχαριστημένος, δε ζητούσε τίποτε περισσότερο από τη ζωή του.
Σήμερα όμως δεν αισθανόταν καθόλου καλά. Το κεφάλι του πονούσε, ο λαιμός του ήταν πρησμένος και το πυρωμένο σώμα του συγκλονιζόταν από ρίγη. Η Μητέρα που τον φρόντιζε, έβρεχε με ένα μουσκεμένο κομμάτι δέρμα το κορμί του και του έδινε να πιει βρασμένα φύλλα ιτιάς. 
Όταν η Μητέρα έφυγε, σηκώθηκε με κόπο και αργά βγήκε έξω στον φρέσκο αέρα. Κάθισε κάτω από ένα δέντρο και εισέπνευσε βαθιά. Ένας οξύς βήχας του κομμάτιασε τα σωθικά, το κεφάλι του σκίστηκε από τον πόνο, τα μάτια του θόλωσαν και ο κόσμος γύρω του εξερράγη σε ένα εκτυφλωτικό κόκκινο φως. Όταν συνήλθε λίγο αργότερα, διαπίστωσε έκπληκτος και τρομοκρατημένος πως το τοπίο γύρω του αν και ήταν το ίδιο, έμοιαζε διαφορετικό. Ο αέρας μύριζε αλλιώς, τα δέντρα ήταν χαμηλότερα, ο λόφος πολύ ψηλότερος ενώ ολόκληρος ο οικισμός είχε εξαφανιστεί και στη θέση του υπήρχαν μόνο πέτρες αραδιασμένες σε χαμηλούς σωρούς.
Αυτό ήταν, σκέφτηκε. Το σώμα του δεν άντεξε την πυρκαγιά που το κατέτρωγε και κατέφυγε νικημένο στην αγκαλιά της Μεγάλης Θεάς. Μούσκεμα στον ιδρώτα, σκούπισε με τις παλάμες του τα μάτια του και διέκρινε μέσα στη θολούρα δυο φιγούρες να περπατούν στο πέτρινο μονοπάτι. Ήταν ένας άνδρας με μια Μητέρα και μιλούσαν μια γλώσσα που δεν καταλάβαινε. Ο άνδρας φορούσε ένα πανωφόρι με περίεργα σχήματα που δεν τα είχε ξαναδεί ενώ τα πόδια αλλά και οι πατούσες του ήταν καλυμμένα. Το ίδιο καλυμμένη ήταν και η Μητέρα ενώ στην πλάτη της είχε έναν σάκο. Ήταν ακριβώς μπροστά του και οι δύο αλλά δεν τον έβλεπαν – σαν να μην ήταν εκεί. Τους έβλεπε σαν υπνωτισμένος μέσα από το πέπλο του πυρετού που τον έκαιγε. Τριγύριζαν γύρω του μιλώντας σε μια άγνωστη γλώσσα και πού και πού έδειχναν ολόγυρα.
Ο άνδρας κάτι είπε και απομακρύνθηκε ενώ η Μητέρα κοντοστάθηκε στα χαλάσματα λίγα μόλις βήματα μακριά του. Στο χέρι της κρατούσε μια μακρόστενη λεπτή πέτρα που στη γυαλιστερή της επιφάνεια απεικόνιζε το μέρος στο οποίο ήταν στραμμένη κάθε φορά. Η Μητέρα απομακρύνθηκε ενώ ο άνδρας πλησίασε. Χαμογελούσε και σήκωνε τα χέρια του ενώ η Μητέρα τον κοίταζε μέσα από την πέτρα. Μόλις την ακουμπούσε με το δάχτυλό της, η πέτρα έβγαζε έναν μικρό ήχο και αιχμαλώτιζε τον άνδρα μέσα της.
Πολύ εξουθενωμένος ακόμα και για να φοβηθεί, παρακολουθούσε σχεδόν αδιάφορα το απόκοσμο θέαμα. Σήκωσε τα μάτια του στον ουρανό και μόλις που διέκρινε ένα τεράστιο πουλί να πετά πολύ ψηλά με τα φτερά του όμως ακίνητα, αφήνοντας άσπρες γραμμές πίσω του.
Προσευχήθηκε στη Μεγάλη Θεά να τον πάρει γρήγορα κοντά της κι έτσι να λυτρωθεί από τα αλλόκοτα που ήταν αναγκασμένος να βλέπει. Εκείνη τον λυπήθηκε και τον σκέπασε τρυφερά με ένα μαύρο πέπλο.
Όταν συνήλθε, η Μητέρα που τον φρόντιζε του σφούγγιζε το μέτωπο με το βρεγμένο δέρμα. Ένιωθε πολύ εξαντλημένος μα το σώμα του ήταν τώρα δροσερό. Δίπλα του ήταν η Σεβάσμια Μητέρα, με το ένα της χέρι ακουμπισμένη στο ραβδί της και το άλλο της να ακουμπά τρυφερά στο στήθος του. Εκείνος το πήρε τρυφερά και με τα δυο του χέρια και το φίλησε. 
Ξέπνοα της αφηγήθηκε με κάθε λεπτομέρεια όσα είχε δει κι εκείνη του είπε παρηγορητικά πως μερικές φορές όταν το σώμα πυρώνει, φεύγει και ταξιδεύει σε άλλους κόσμους, άλλοτε καλύτερους, άλλοτε χειρότερους. Τώρα που η φωτιά του έσβησε, είναι πάλι μαζί τους, στον κόσμο που ζούσε και αγαπούσε.
Ανακουφισμένος από τα λόγια της Σεβάσμιας, ήπιε μια γουλιά βρασμένο ζωμό από την πήλινη κούπα. Αισθανόταν πολύ καλύτερα και τα λόγια της Σεβάσμιας τον καθησύχασαν. Ήδη, το όνειρο άρχισε να ξεθωριάζει και μετά βίας θυμόταν τις μορφές που είχε δει. Όταν θα γινόταν καλά, θα έφτιαχνε από πηλό τη φιγούρα του άνδρα με τα παράξενα σχέδια στο στήθος του – κι ας μη τα θυμόταν – και θα τη χάριζε σ' Εκείνη. Ήσυχος πια, έγειρε το κεφάλι του και αποκοιμήθηκε.

Η Σεβάσμια Μητέρα καθόταν στην πέτρα και αγνάντευε σκεφτική τον κόλπο που χιλιάδες χρόνια αργότερα θα ονομαζόταν Παγασητικός. Τα όσα θαυμαστά και φοβερά άκουσε πριν από λίγο την είχαν ταράξει. Ψυχανεμιζόταν πως όλα αυτά σήμαιναν το τέλος της υπεροχής των Μητέρων και την αρχή της κυριαρχίας των ανδρών που θα έφερνε πολλές συμφορές. Μέχρι τότε όμως, θα περνούσαν πολλές συγκομιδές και γονιμότητες. Τώρα ας απολαύσουν οι άνθρωποί της τη γαλήνη και την ευτυχία της κοινής τους ζωής. 
Στηριγμένη στο ραβδί της, περπάτησε αργά προς τον οικισμό...






Η Σεβάσμια Μητ
έρα
καθόταν στην πέτρα και αγνάντευε σκεφτική τον κόλπο που
χιλιάδες χρόνια αργότερα θα ονομαζόταν Παγασητικός. Τα όσα θαυμαστά και
φοβερά άκουσε πριν από λίγο την είχαν ταράξει. Ψυχανεμιζόταν πως όλα αυτά
σήμαιναν το τέλος της
υπεροχή
ς των Μητέρων και την
κυριαρχία των ανδρών που
έφερνε πολλές συμφορές. Μέχρι τότε όμως, θα περνούσαν πολλές συγκομιδές και
γονιμότητες. Ας απολαύσουν τώρα οι άνθρωποί της τη γαλήνη και την ευτυχία
της

κοινής τους ζωής. Στηριγμένη στο ραβδί της περπάτησε αργά προς τον οικισμό.
Η Σεβάσμια Μητ
έρα
καθόταν στην πέτρα και αγνάντευε σκεφτική τον κόλπο που
χιλιάδες χρόνια αργότερα θα ονομαζόταν Παγασητικός. Τα όσα θαυμαστά και
φοβερά άκουσε πριν από λίγο την είχαν ταράξει. Ψυχανεμιζόταν πως όλα αυτά
σήμαιναν το τέλος της
υπεροχή
ς των Μητέρων και την
κυριαρχία των ανδρών που
έφερνε πολλές συμφορές. Μέχρι τότε όμως, θα περνούσαν πολλές συγκομιδές και
γονιμότητες. Ας απολαύσουν τώρα οι άνθρωποί της τη γαλήνη και την ευτυχία
της
κοινής τους ζωής. Στηριγμένη στο ραβδί της περπάτησε αργά προς τον οικισμό.

Κυριακή 22 Οκτωβρίου 2017

Γενέθλια



Γεννήθηκα στις 07:10 το πρωί – αυτή την ώρα ξυπνάω τις καθημερινές. Με δεδομένο πως το προσδόκιμο ζωής είναι τα 81,5 χρόνια, πες 80, θα πεθάνω στις 00:10, την ώρα που συνήθως πέφτω στο κρεβάτι. Συμπυκνώνοντας λοιπόν τη ζωή μου σε μία ημέρα, πήγα στο σχολείο στις 8:30, ενώ κοντά στο μεσημέρι στις 11:00 περίπου, τέλειωσα και το Λύκειο. Μισή ώρα δηλαδή 22 ατελείωτους μήνες αργότερα, απολύθηκα από τον Στρατό ενώ στις 13:30 είχα κιόλας δύο παιδιά.
Από αυτή την ώρα και μέχρι το απόγευμα ήταν η δημιουργικότερη περίοδος σε όλους τους τομείς. Τι ειρωνεία όμως, αφού αυτές τις μεσημεριανές ώρες παίρνω τη σιέστα μου, την οποία την παραβιάζω μόνο για πάρα πολύ σοβαρούς λόγους!
Είμαι 56 χρόνων και η ώρα πήγε 19:10. Είναι η ώρα του Skype με τα κορίτσια, της ετοιμασίας των μαθημάτων για την επόμενη μέρα, σε λίγο θα αρχίσουν και οι ειδήσεις.
Τον χειμώνα τέτοια ώρα έχει βραδιάσει – λίγα πράγματα μπορεί να κάνει κανείς. Το καλοκαίρι πάλι, αυτή η ώρα είναι όμορφη, με το λιοπύρι να καταλαγιάζει και το σπίτι να μη σε χωράει.
Έμειναν λοιπόν πέντε ώρες, αν όλα πάνε καλά. Ένα καφές στο μπαλκόνι, μια βόλτα στην παραλία με τη Νίτσα, μια μπυρίτσα ίσως με κανα μεζεδάκι παρέα με φίλους, μου αρκούν μέχρι να πάω για ύπνο...
Στη φωτο, εγώ γύρω στις 7:30 το πρωί. Περίπου ένα λεπτό αργότερα, η ΕΡΕ θα χάσει τις εκλογές από την Ένωση Κέντρου και ο Κέννεντυ θα δολοφονηθεί στο Ντάλας.

Τρίτη 17 Οκτωβρίου 2017

Να είχα το κουράγιο

Κι εκεί που οδηγάς ανέμελος με το ραδιόφωνο σε τυχαίο σταθμό να μουρμουράει, ακούγεται ο Διονυσίου στο "Να είχα το κουράγιο". Έχεις να το ακούσεις πάνω από σαράντα χρόνια και το μυαλό σου βραχυκυκλώνει. Σταματάς το αυτοκίνητο στην άκρη, ανεβάζεις το τζάμι και βρίσκεσαι στο πίσω κάθισμα ενός Renault 4CV του '52. Είναι καλοκαιρινή νύχτα, το παλιό αυτοκίνητο ανεβαίνει τα υψώματα της Πελασγίας, ο πατέρας το δεξί χέρι το έχει στο τιμόνι και το αριστερό δίπλα στο ανοιχτό τριγωνικό τζαμάκι λιβανίζοντας το τσιγάρο με τον καπνό του να παρασύρεται έξω, στη νύχτα. Με μαγεύει η νύχτα στην εθνική οδό. Μου αρέσει όταν περνάμε μέσα από πόλεις και χωριά όπου όλοι κοιμούνται αλλά εγώ ο τυχερός ταξιδεύω. Περνάω από δίπλα τους αθέατος, κάποιοι ίσως να ακούν τον ήχο του αυτοκινήτου αλλά δεν θα μάθουν ποτέ πως ήμουν εγώ μέσα, ο νυχτερινός ταξιδιώτης. Ο πατέρας μου δείχνει τα φώτα που λαμπυρίζουν πέρα μακριά λέγοντάς μου σιγανά για να μην ξυπνήσει τη μάνα μου που λαγοκοιμάται δίπλα του και τον αδερφό μου που κοιμάται στην αγκαλιά της γιαγιάς, πως είναι τα φώτα της Εύβοιας. Έχουμε αφήσει τον σταθμό του Λεβέντη πίσω μας όπου οι μεγάλοι ήπιαν έναν καφέ κι εγώ έμεινα με τη λαχτάρα να φάω μια πάστα που τη λιμπίστηκα αλλά η μάνα μου δε με άφησε αφού τα φαγώσιμα του Λεβέντη ισοδυναμούσαν γι αυτήν με βιολογικά απόβλητα. Μου υποσχέθηκε όμως να με κεράσει μια ίδια στον Καζαντζίδη, στην Καβάλα. Η στάση στου Λεβέντη μου αρέσει πολύ. Μέσα στο μεγάλο μαγαζί με τα ψυχρά φώτα φθορισμού, νυσταγμένοι ταξιδιώτες τρώνε κάτι και ξεκουράζονται πριν συνεχίσουν. Όταν κάποτε θα μεγαλώσω και θα ταξιδεύω με το δικό μου το αυτοκίνητο, εδώ θα ξεκουράζομαι και θα τρώω όσες πάστες θέλω. Νυστάζω όμως πολύ και γερμένος στο τζάμι του αυτοκινήτου νανουρίζομαι από τους κραδασμούς κι από τον Διονυσίου που παίζει στο ραδιόφωνο του αρχαίου Ρενώ.
Το τραγούδι τελείωσε, ανάβεις το φλας αριστερά και βγαίνεις στο δρόμο. Δε θα ξαναταξιδέψεις ποτέ πάλι νύχτα στην παλιά Εθνική, όχι μόνο επειδή ο Λεβέντης έχει κλείσει αλλά κι επειδή δεν έχεις πια το κουράγιο.

Δευτέρα 2 Οκτωβρίου 2017

Ο παππούς μου



Ο παππούς μου ο Χρήστος γεννήθηκε το 1914 στο Αϊβαλί. Δεν είχα την τύχη να τον γνωρίσω αφού πέθανε πολύ νέος, στα 44 χρόνια του. Ό,τι γνωρίζω από αυτόν, είναι σπαράγματα μνήμης της γιαγιάς μου και της μάνας μου.
Μικρό παιδί ήρθε πρόσφυγας εδώ και ανδρώθηκε μέσα σε συνθήκες ακραίας φτώχειας. Όλοι σχεδόν οι πρόσφυγες στοιβάχτηκαν στο χώρο πίσω από τις Καμάρες όπου έμεναν σε παραπήγματα από λαμαρίνα.
Λίγο πάνω από τα είκοσι παντρεύτηκε τη δεκαοχτάχρονη γιαγιά μου κι έμειναν σε ένα προσφυγικό σπίτι στον Βύρωνα στη συνοικία Κυρτζή– από το όνομα του εργολάβου που κατασκεύασε τα σπίτια.
Αρρώστησε από την καρδιά του πολύ νωρίς κι έτσι δεν υπηρέτησε στο Αλβανικό, «ήταν στην αεράμυνα» έλεγε η γιαγιά μου επειδή είχε «χαλασμένη μιτροειδή βαλβίδα».
Για κάποιο απροσδιόριστο διάστημα είχε καρβουνιάρικο, πουλούσε και κρασί. Δούλεψε και σαν καβάζης – κάτι μεταξύ θυρωρού και κλητήρα – σε καπνομάγαζα ενώ αργότερα όταν επιδεινώθηκε η υγεία του και μπαινόβγαινε στο νοσοκομείο πήρε μια μικρή σύνταξη.
Στη διάρκεια της Κατοχής ήταν στη Γερμανία «τον πήραν όμηρο στα εργοστάσια» σύμφωνα με τη γιαγιά μου, προφανώς όμως θα ήταν εργάτης εκεί.
Ο παππούς μου δεν έκανε κάτι το ξεχωριστό ή το ηρωικό, εκτός από τη συμμετοχή του στην αποχή από τις εκλογές του 1946. Υπακούοντας στη βλακώδη (έως ύποπτη) γραμμή του ΚΚΕ για αποχή από τις εκλογές, ο παππούς μου μαζί με χιλιάδες άλλους δεν πήγε να ψηφίσει. Ήταν σα να αναβόσβηνε μια φωτεινή επιγραφή επάνω του πως ήταν κουκουές. Και πώς να μην ήταν, αφού έλειπε από την πενταμελή του οικογένεια ακόμη και το καρφί για να κρεμάσουν στον τοίχο το μοναδικό του παντελόνι. Πολύ σύντομα λοιπόν, τον φώναξαν στην Ασφάλεια όπου του έθεσαν το δίλημμα ή να υπογράψει δήλωση αποκήρυξης του ΚΚΕ ή να βάλει σε δεύτερη μοίρα τη γυναίκα και τα τρία του κορίτσια και να πάρει την άγουσα για την εξορία. Ο παππούς μου υπέγραψε. Καταδίκασε το ΚΚΕ και τις παραφυάδες του και γλίτωσε τα χειρότερα. Τα χειρότερα, που για δεκάδες χιλιάδες άλλους σήμαιναν εξορίες, βασανιστήρια, πολύχρονες φυλακίσεις, εκτελέσεις. Η αποκήρυξη δημοσιεύτηκε στον «Ταχυδρόμο» αλλά και διαβάστηκε την Κυριακή στην εκκλησία. Δεν ξέρω αν και κατά πόσο τον πείραξε αυτή η ιστορία, πιο πολύ όμως φοβήθηκε τη γιαγιά μου που αν και αυτή ήταν ΚΚΕ, άστραψε και βρόντηξε μαλώνοντάς τον που δεν πήγε να ψηφίσει, βάζοντας έτσι σε κίνδυνο την οικογενειακή ασφάλεια. Πείραξε όμως τη μάνα μου, αφού μια «εθνικόφρων» αλλά και χαιρέκακη γειτόνισσα την έβαλε να διαβάσει – εννιάχρονο κορίτσι! – τη δήλωση στην εφημερίδα. Λέω κάποια μέρα να ψάξω στο αρχείο της εφημερίδας, να βρω τη δήλωση και να τη φυλάξω σαν οικογενειακό κειμήλιο.
Ο παππούς πέθανε το 1958 αφήνοντας τη γιαγιά χήρα στα 40 της χρόνια με τρία ορφανά κορίτσια από μια ασθένεια που υποψιάζομαι πως σήμερα θα ήταν εύκολα ιάσιμη. Εννοείται βέβαια πως έχω διπλο-τριπλοτσεκάρει και τη δική μου μιτροειδή, έτσι, για κάθε ενδεχόμενο.
Ο παππούς αγαπούσε πολύ τα γράμματα. Δεν υπήρχε έντυπο που να μη το διαβάσει. Διάβαζε τα πάντα, ό,τι του έπεφτε στα χέρια. Για πολλά χρόνια μετά τον θάνατό του, έβρισκαν σημειώματά του κρυμμένα πίσω από κάδρα, στο εσωτερικό ξύλινων επίπλων, κάτω από σκεύη. Ήταν και πολύ καλαμπουρτζής, έλεγε συνεχώς αστεία κάνοντας τα κορίτσια του να ξεκαρδίζονται στα γέλια.
Η γιαγιά μου και η μάνα μου έλεγαν πως του μοιάζω στο χαρακτήρα και στις συνήθειες. Δεδομένου πως η μεγάλη μου η κόρη είναι σχεδόν κλώνος μου, ένα κομμάτι του παππού ζει μέσα της, ώσπου μετά από λίγες γενιές να συγχωνευτεί στη μεγάλη γονιδιακή δεξαμενή μέσα στην οποία κολυμπάμε όλοι μας.
Η φωτογραφία του όμως, μεταφρασμένη σε μερικές εκατοντάδες κιλομπάιτς θα πλέει μέσα στον ωκεανό του Internet για όσο διαρκεί ο πολιτισμός μας. Είναι κι αυτό μια μορφή αθανασίας που ο παππούς μου δε θα μπορούσε ποτέ να φανταστεί...

Δευτέρα 28 Αυγούστου 2017

Κυριακή καλοκαιριού


Κυριακή καλοκαιριού


Πρέπει να είναι στα τέλη της δεκαετίας του’50, προφανώς κάποια Κυριακή καλοκαιριού. Το μέρος σκιερό, στα απλωμένα τραπεζομάντιλα λίγα φαγητά φερμένα από το σπίτι και μια νταμιτζάνα κρασί αρκούν. Παιδιά της Κατοχής, είναι μαθημένοι στα απαραίτητα.
Κοιτάζουν το φακό με αισιοδοξία – και γιατί όχι; Η ζωή τους καλυτερεύει χρόνο με το χρόνο, είναι φτωχοί αλλά και ποιος δεν είναι; Δεν τη φοβούνται τη φτώχεια ούτε τη δουλειά. Φοβούνται μόνο τον χωροφύλακα και τον ρουφιάνο της Ασφάλειας που στην Κατοχή βουλγαρογράφτηκε και μετά ξεπλύθηκε στα νάματα της εθνικοφροσύνης.
Παλεύουν για να έχουν τα παιδιά τους μια καλύτερη ζωή και είναι σίγουροι πως θα το πετύχουν. Εκείνο που δεν ξέρουν είναι πως τα εγγόνια τους, επιστήμονες γιατροί, μηχανικοί, χημικοί θα έφευγαν μετανάστες.
Καπνεργάτες οι περισσότεροι, έχουν ξεπλύνει την πικράδα του καπνού στο μόνο ίσως θαλάσσιο μπάνιο τους του καλοκαιριού. Θα θεωρούσαν αδιανόητο πως κάποια μέρα θα πλήρωνες για να κάνεις ένα μπάνιο στη παραλία τη γεμάτη από Βούλγαρους και Ρουμάνους τουρίστες όπως αδιανόητο θα θεωρούσαν το γεγονός πως αυτή η φωτογραφία θα μπορούσε να τη δει οποιοσδήποτε στον κόσμο, χάρη σε κάποιον αδιάκριτο τύπο που του αρέσει να ξεθάβει παλιές ξεχασμένες στιγμές, και να τις φέρνει στο φως.

Σάββατο 12 Αυγούστου 2017

Μια όμορφη ημέρα



Τη θυμάμαι αυτή την ημέρα. Το καλοκαίρι του 1967 ήρθε ο θείος Τάκης με τη θεία Μάλαμα από τη Γερμανία. Η μάνα μου, μου είπε πως θα πηγαίναμε όλο σχεδόν το σόι για μπάνιο στο Παλιό και το μεσημέρι θα τρώγαμε στο εξοχικό κέντρο, στις «Γλάστρες». Λιμπισιάρης εγώ από τότε, δεν έβλεπα την ώρα που θα καθόμουνα να φάω στο «κέντρο» που, προφανώς, θα ήταν και γεμάτο γλάστρες.
Ο θείος ο Τάκης γέμισε το θηριώδες Opel Record με το μισό σόι ενώ εμένα και τις δυο ξαδέρφες μου, μας έβαλε στον μεγέθους μικρής σπηλιάς χώρο αποσκευών. Θυμάμαι τα γέλια της θείας Μάλαμας όταν μας στρίμωχνε εκεί μέσα. Η θεία η Μάλαμα που τα έβρισκε όλα αστεία, που έλεγε συνεχώς σόκιν ανέκδοτα, που ήταν η ψυχή της παρέας, που δεν έπαιρνε τη ζωή στα σοβαρά αφού έχασε τη μικρή της τη Μαρικούλα από καρδιά σε ηλικία επτά ετών.
Θυμάμαι το ναυτικό μου το καπέλο που το φορούσα συνεχώς αφού έπρεπε να γνωρίζουν όλοι πως ήμουν καραβοκύρης του πλοίου που υπήρχε μόνο στο μυαλό μου αλλά μια μέρα θα γινόμουν αληθινός καπετάνιος. Προς το παρόν, μου αρκούσαν οι βουτιές και τα παιχνίδια με τις μαύρες σαμπρέλες φορτηγών. Θυμάμαι ακόμη, πως έπαιρνα φόρα και πηδούσα από το τοιχάκι που χώριζε τις «Γλάστρες» από την αμμουδιά.
Ο θείος ο Τάκης με έκανε γούστο και με πείραζε συνεχώς γυρνώντας το ναυτικό μου καπέλο ανάποδα. Ο θείος ο Τάκης, που λίγα χρόνια αργότερα δεν άκουσε το ξυπνητήρι που μάταια χτυπούσε για τη δουλειά ούτε και τις φωνές της θείας Μάλαμας που ξύπνησε βρίσκοντας δίπλα της τον άνδρα της νεκρό από καρδιά.
Τότε βέβαια δεν τα ήξερα όλα αυτά αλλά ήμουν χαρούμενος που τον ερχόμενο χειμώνα δεν θα αρρώσταινα από το λαιμό μου, αφού εκείνη την ημέρα ήπια κατά λάθος άφθονο θαλασσινό νερό – γκαζόζα το λέγαμε – και το οποίο σύμφωνα με τα λεγόμενα της μάνας μου θα προστάτευε τον ευαίσθητο λαιμό μου χάρη στο ιώδιο που περιείχε. Το θαλασσινό νερό του Παλιού όμως φαίνεται πως περιείχε ιώδιο κακής ποιότητας αφού λίγα χρόνια αργότερα έβγαλα επειγόντως τις αμυγδαλές μου οι οποίες μολυσμένες, απειλούσαν τα νεφρά και την καρδιά μου.
Μετά το μπάνιο δεν πλενόμουνα για «να ψηθεί το πετσί μου στο αλάτι» σύμφωνα με τη γιαγιά μου. Υπέφερα τη φαγούρα και το τσίτωμα που ένιωθα στο δέρμα επειδή μια μέρα το πετσί μου θα γινόταν ανθεκτικό. Δεν έγινε.

Ύστερα ήρθε ένας φωτογράφος και έβγαλε αυτή τη φωτογραφία. Πίσω από την αφεντιά μου, ο πατέρας μου. Εγώ, με το ναυτικό μου καπέλο, κοιτάζω αλλού – κάπου ταξιδεύω, ως συνήθως…

Τετάρτη 17 Μαΐου 2017

Το ρέμα

Το καλοκαίρι του 1969 η νότια παράλληλος της Περγάμου στον Βύρωνα ήταν ένα μικρό ρέμα. Η μία εκβολή του ήταν στη διασταύρωση με τη σημερινή οδό Καυκάσου ενώ η άλλη ήταν στη συμβολή με την σημερινή οδό Ιεροσολύμων.
Το κυρίως ρέμα, αυτό της Ιεροσολύμων δηλαδή, κατέβαινε από το δασάκι του Φλορέξ και ήταν γεμάτο νερό τον χειμώνα ενώ το καλοκαίρι στέγνωνε. 
Εκεί, στο μεγάλο ρέμα στα μέσα της δεκαετίας του ’60, σαν όνειρο θυμάμαι τις νοικοκυρές να πλένουν χαλιά και κουβέρτες που χτυπούσαν με τους κόπανους.
Το ρέματα ήταν ο παράδεισος επί γης για εμάς τα πιτσιρίκια της εποχής – και ήμασταν πολλά. Τον χειμώνα ανεβαίναμε στο δασάκι του Φλορέξ και αφού κόβαμε φλούδες από πεύκα που τις λέγαμε «πιτίκες», τις δίναμε σχήμα βάρκας και τις αμολούσαμε στο ρέμα που τις παρέσερνε. Τρέχαμε δίπλα στο πλεούμενό μας στην όχθη του ρέματος και το ακολουθούσαμε μέχρι το τέρμα. Αν τύχαινε και μπλεκόταν σε κλαδιά, ξύλα ή πέτρες το ξεμπλέκαμε με το μακρύ κλαδί που είχαμε μαζί μας και το επαναφέραμε στην πορεία του. Το άγχος μας ήταν να μη μπλεχτεί το σκάφος μας κάτω από τη γεφυρίτσα, δίπλα από τη στάση των αστικών στη διασταύρωση Περγάμου και Γρανικού. Σε τέτοια περίπτωση, έπρεπε να μπούμε μέσα στο ρέμα, κάτω από τη γέφυρα για να απελευθερώσουμε το σκάφος τερματίζοντας την αγωνία του γενναίου πληρώματός του.
Θανάσιμος κίνδυνος για τα πλεούμενά μας ήταν και τα αυγά βατράχων που σχημάτιζαν μεγάλες συστάδες από χάντρες σχήματος αλυσίδας ή κορδονιού. Μπροστά σ’ αυτές τις φρικώδεις, γλοιώδεις μάζες τα πληρώματά μας έπαιρναν ανήσυχα τις θέσεις μάχης. Αν όμως είχαν την ατυχία να μπλέξει το σκάφος ανάμεσα στις εξώκοσμες, λαμπερές χάντρες, τότε αντίκριζαν τον απόλυτο τρόμο. Εκεί όμως επεμβαίναμε εμείς που με τα μακριά κλαδιά μας σηκώναμε τα αυγά των άτυχων βατράχων που μάταια περίμεναν τη γονιμοποίηση και τα πετούσαμε στις όχθες. Σε εκείνο το ρέμα γινόταν πραγματική γενοκτονία των άμοιρων αμφίβιων. 
Τον χειμώνα τα ρέματα πολλές φορές πάγωναν. Η περιοχή του Βύρωνα προς του Κυρτζή είναι ίσως η ψυχρότερη της πόλης, αφού το ρέμα σχημάτιζε μπουγάζι και ο αέρας που κατέβαινε χαμήλωνε πολύ τη θερμοκρασία. Ακόμη και τα σημερινά χρόνια που οι χειμώνες είναι πολύ ηπιότεροι από αυτούς που επικρατούσαν εκείνη την εποχή, το κρύο στην περιοχή είναι αισθητά περισσότερο. Μπαίναμε στο παγωμένο ρέμα και πατούσαμε στα σημεία όπου ο πάγος θα κρατούσε το λιγοστό βάρος μας. Το στοίχημα βέβαια ήταν να περάσει κανείς στην απέναντι όχθη χωρίς να σπάσει ο πάγος και βραχεί. Το ότι θα γινόμασταν μούσκεμα από το παγωμένο νερό μέχρι τα γόνατα δε μας ένοιαζε, μας ένοιαζε όμως το ξύλο που θα τρώγαμε από τη μάνα μας που βρέξαμε τα παπούτσια μας – δεν είχαμε και πολλά.
Μερικές φορές πετούσαμε πέτρες ο ένας στον άλλο έτσι, για τη χαρά του σπορ. Ήταν πετροπόλεμοι χαμηλής έντασης που όμως ένας από αυτούς μου κόστισε μισό κοπτήρα.
Την άνοιξη το ρέμα οργίαζε από ζωή. Οι κατάφορτες δαμασκηνιές και μουριές δεχόντουσαν αδιαμαρτύρητα τις επιδρομές μας. Ανεβαίναμε επάνω τους και τρώγαμε δαμάσκηνα και μαύρα μούρα. Ακόμα αντηχεί στ’ αυτιά μου το «κυρα Δέσποινα / τα δαμάσκηνα / σου τα κλέβουνε / τα παλιόπαιδα» που φωνάζαμε – μάταια όμως, μιας και δεν μας κυνηγούσε ούτε μας μάλωνε κανείς για το ξεπάστρεμα των δέντρων. Άλλες φορές πάλι, καθόμασταν επάνω στα κλαδιά που μας κρατούσαν στοργικά και τρώγαμε τη λεία μας συζητώντας μεταξύ μας.
Όσο προχωρούσε η άνοιξη και η μέρα μεγάλωνε, η παραμονή μας στο ρέμα και στο παιχνίδι τραβούσε περισσότερο σε μάκρος. Κατά το σούρουπο άκουγες από τα προσφυγικά σπίτια γυναικείες φωνές να φωνάζουν «Δημήτρηηηη! Άντε βρε, νύχτωσε!», «Δε θα σε βρω βρε τύραννε; Θα φας ένα Σουλτάν μερεμέτ!». Κι όταν η μάνα μας αποκτούσε οπτική επαφή μ’ εμάς, έβαζε στο στόμα της τον λυγισμένο της δείκτη και τον δάγκωνε – σημάδι πως θα έπεφτε ξύλο στο σπίτι. 
Ένα άλλο δώρο της άνοιξης ήταν οι χρυσόμυγες, οι ζήνες. Αυτές τις έπιαναν τα μεγαλύτερα παιδιά κι έδεναν στο πόδι τους μια κλωστή. Το φουκαριάρικο το έντομο γυρνούσε γύρω γύρω δεμένο από το πόδι – ένα είδος βιολογικού drone. Παραδόξως εγώ τις λυπόμουνα τις ζήνες και δεν τις έπιανα ούτε και τις ξεκολλούσα την ώρα που ζευγάρωναν κολλημένες στην πίσω άκρη της κοιλιάς με τα κεφάλια σε αντίθετη κατεύθυνση. 
Το μεγαλύτερο δώρο όμως της άνοιξης εκεί στα τέλη της με αρχές καλοκαιριού, ήταν η εμφάνιση για πολύ μικρό χρονικό διάστημα των πυγολαμπίδων – κωλοφωτιές τις λέγαμε. Μετά τους φουκαράδες τους βάτραχους και οι κωλοφωτιές θα γνώριζαν τη σκληρότητα των μικρών παιδιών. Ολόκληρο το ρέμα λαμπύριζε ρυθμικά γεμάτο από πυγολαμπίδες αφού δεν υπήρχε φωτισμός ούτε φυσικά και ρύπανση – και στα δυο οι πυγολαμπίδες είναι εξαιρετικά ευαίσθητες. Εμείς τρέχοντας τις πιάναμε στον αέρα και τα κακόμοιρα κολεόπτερα πέθαιναν σε λίγα λεπτά με το φως στην κοιλιά τους να σταματά να αναβοσβήνει μένοντας για λίγο σταθερά αναμμένο ώσπου θάμπωνε και έσβηνε. Με συνέπαιρνε και ταυτόχρονα με ανατρίχιαζε αυτό το θέαμα, αφού μπροστά στα μάτια μου μια ζωή έσβηνε - έσβηνε κυριολεκτικά. Τα κορίτσια, πιο πρακτικά, αφού τις έπιαναν, τις έβαζαν σ’ ένα άδειο μπουκάλι για να το μετατρέψουν σε φωτιστικό για το αντίσκηνό τους.
Το αντίσκηνο των κοριτσιών! Ήταν για εμάς το Άγιο Δισκοπότηρο, η χαμένη Κιβωτός, η σπηλιά του Αλαντίν, το Άδυτο των Αδύτων που εμείς οι βέβηλοι ποθούσαμε να το μιάνουμε. Τα κορίτσια της γειτονιάς είχαν στήσει ένα αντίσκηνο στο μικρό ρέμα και δεν άφηναν κανένα αγόρι όχι μόνο να μπει αλλά ούτε να κοιτάξει μέσα. Ποτέ στην υπόλοιπη ζωή μου δεν ένιωσα τόση περιέργεια για κάτι, όσο εκείνο το καλοκαίρι του 1969 για το αντίσκηνο των κοριτσιών. Διαχειρίστριές του ήταν μεγαλύτερα κορίτσια από εμάς κατά τρία με τέσσερα χρόνια – αιώνες δηλαδή. Μια από αυτές ήταν και η ξαδέλφη μου η Ιωάννα. Μάταια την παρακαλούσα να μου πει τι υπήρχε μέσα στο αντίσκηνο κι όσο την παρακαλούσα, τόσο εκείνη όξυνε την περιέργειά μου λέγοντάς μου πως είμαι μικρός ακόμη. Τα άλλα αγόρια γρήγορα έπαψαν να ενδιαφέρονται για το αντίσκηνο και το περιεχόμενό του μα η δική μου η περιέργεια ήταν αμείωτη. Έβλεπα το αντίσκηνο να ανοίγει και να βγαίνει από μέσα του κάποιο κορίτσι και προσπαθούσα να κοιτάξω στα σωθικά του μα εκείνο έκλεινε πάλι σχεδόν αμέσως σαν μια μεγάλη μήτρα που έβγαζε από ποιος ξέρει πού ένα κορίτσι κι ύστερα έκλεινε ξανά χωρίς να αποκαλύψει τα μυστικά της.
Σαράντα πέντε χρόνια αργότερα, ρώτησα την Ιωάννα για το αντίσκηνο. Αφού μου εξέφρασε την απορία της πώς το θυμόμουν τόσα χρόνια, απάντησε πως είχαν καναδυό κουρελούδες για πάτωμα, κούκλες και χειροτεχνίες από το σχολείο. 
Βλέπω δαμάσκηνα στο παζάρι αλλά δεν τα δοκιμάζω. Χωρίς την κυρα-Δέσποινα, δεν έχουν γούστο...

Τετάρτη 10 Μαΐου 2017

Η βόλτα

Την περασμένη Παρασκευή ήταν η «λευκή νύχτα». Κατεβήκαμε λοιπόν με τη Νίτσα στην αγορά για να σεργιανίσουμε. Βγήκαμε στην Ομόνοια που επικρατούσε το αδιαχώρητο. Πολύς κόσμος και στα δύο πεζοδρόμια αλλά και στο οδόστρωμα, αφού η κυκλοφορία είχε διακοπεί. Περπατώντας στο δεξί πεζοδρόμιο καθώς κατέβαινα το δρόμο, ο πολύς κόσμος μου έφερε στη μνήμη τη «βόλτα».
Πρόλαβα τη βόλτα στα τέλη της δεκαετίας του ’70 – δε θα κρατούσε για πολύ ακόμα. Από νωρίς το απόγευμα κόσμος ανεβοκατέβαινε την Ομόνοια όχι για να αγοράσει κάτι αλλά για να σεργιανίσει, να δει γνωστούς, να κουβεντιάσει, να ξεσκάσει χωρίς να ξοδευτεί.
Εμένα μου έκανε εντύπωση στην αρχή επειδή στην Αθήνα δεν υπήρχε η βόλτα. Εκεί, συνέβαινε το άλλο περίεργο, να βγάζουν δηλαδή σκαμνάκια έξω από το σπίτι τους και να μαζεύονται έτσι οι παρέες.
Ήμουν φανατικός και μόνιμος σχεδόν θαμώνας της βόλτας. Πριν το φροντιστήριο, μετά τα Αγγλικά, η βόλτα ήταν απαραίτητη. Αρχίζαμε από τη γωνία του Ανανιάδη και καταλήγαμε λίγο πιο πάνω από την Πυροσβεστική, εκεί που τώρα είναι το γκαράζ της Αστυνομίας – και πάλι πίσω.
Απαραίτητα αξεσουάρ της βόλτας, εκτός της παρέας βέβαια, ήταν τα τσιγάρα ή/και τα σπόρια. Εγώ είχα και τα δύο. Θυμάμαι πως κάπνιζα «Old Navy» μαλακό πακέτο στο οποίο είχα προσαρμόσει μέσα ένα μεταλλικό σκελετό με ένα μικρό πορτάκι στο πάνω μέρος που όταν πίεζες άνοιγε για να τραβήξεις το τσιγάρο από μέσα. Την όλη κατασκευή την είχα απαλλοτριώσει από τον πατέρα μου ο οποίος την έψαχνε μάταια. Το άλλο αξεσουάρ, τα σπόρια, τα αγόραζα από ένα μαγαζάκι δίπλα στα «Τιτάνια».
Σπόρια, τσιγάρο, χάζι και κουβεντολόι σε ένα δρόμο που έσφυζε από ζωή και νιάτα, μέσα σε μια κοινωνία που περίμενε και αισιοδοξούσε για τα καλύτερα. 
Απαραίτητη στάση ήταν το πρακτορείο του Κομποχόλη στη γωνία Ομονοίας και Παύλου Μελά για λαθραναγνωσία. Διάβαζα τα εξώφυλλα όλων των εφημερίδων με τα συνταρακτικά, όπως πίστευα αφελώς, νέα. Από αυτό το πρακτορείο αγόρασα το συλλεκτικό τώρα πια πρώτο τεύχος του περιοδικού κόμικς «Κολούμπρα» αλλά και το ανατρεπτικό «Ιδεοδρόμιο» του αείμνηστου Λεωνίδα Χρηστάκη, με τον πωλητή να με κοιτάζει περίεργα.
 Η κύρια ροή της βόλτας ήταν η διαδρομή από το Ταχυδρομείο (το σημερινό κατάστημα αθλητικών Adidas στη γωνία Ομονοίας και Αβέρωφ) μέχρι τη γωνία του Ανανιάδη που δίνονταν σχεδόν όλα τα ραντεβού και πάλι πίσω. Αξιόλογες βιτρίνες δεν υπήρχαν εκείνη την εποχή, εκτός από αυτήν του Τσίρλη που από τότε ήταν εντυπωσιακή και πολύ καλόγουστη. Εκτός από τον Κομποχόλη, σταματούσα και στη βιτρίνα του Τσιρίδη για να χαζέψω τα καινούρια Seiko ρολόγια – τέτοιο θα έπαιρνα όταν θα δούλευα με το καλό.
Στη βόλτα μπορούσες να δεις τους πάντες. Φίλους, συμμαθητές από το σχολείο, τα αγγλικά, το φροντιστήριο, γνωστούς αλλά και φυσιογνωμίες που έβλεπες τόσο συχνά στη βόλτα που εάν τύχαινε και τους έβλεπες κάπου αλλού, τους χαιρετούσες. Στη μεγάλη πλειοψηφία, οι… βολτάροντες ήταν αρσενικού φύλου. Τα κορίτσια, χωρίς να σπανίζουν, ήταν σαφώς λιγότερα και βέβαια οι ματιές των αγοριών έπεφταν επάνω τους και όχι πάντα διακριτικά.
Το τι λέγαμε στη βόλτα, ειλικρινά δε θυμάμαι. Θυμάμαι όμως μια αίσθηση που είχα και που την αποτελούσαν δύο συνιστώσες. Η μία ήταν η αβεβαιότητα: Το καλοκαίρι του ’78 παρακολούθησα για λίγο μαθήματα στον Καραπιπερίδη με στόχο τη Νομική. Το μετάνιωσα γρήγορα κι έτσι πολλοί αθώοι συνάνθρωποί μας γλίτωσαν τη φυλακή κι εγώ τη χρεοκοπία. Μετά παρακολούθησα μαθήματα στο φροντιστήριο του Κατσάρη, που βρισκόταν γωνία Ομονοίας και Δαγκλή, με στόχο την ΑΣΟΕΕ. Το μετάνιωσα ξανά κι αυτή τη φορά γλίτωσαν τράπεζες από χρεοκοπία κι εγώ τη φυλακή. Τρίτη και φαρμακερή, Παιδαγωγική Ακαδημία – και μου έκατσε για το υπόλοιπο του βίου μου. Τότε όμως δεν τα ήξερα όλα αυτά, οι γονείς μου δεν μπορούσαν να με συμβουλέψουν κι έπρεπε μόνος μου να πάρω την απόφαση. Εμένα μου έκατσε, στάθηκα τυχερός, σκέφτομαι όμως πόσες ζωές πήγαν χαμένες επειδή ένα δεκαεπτάχρονο παιδί δεν πήρε τη σωστή απόφαση. Η άλλη συνιστώσα ήταν εκ διαμέτρου αντίθετη – από τότε ήμουν αντιφατικός: Ήταν η αίσθηση της παντοδυναμίας, της αθανασίας, η αίσθηση πως όλα είναι ανοιχτά, όλα είναι δυνατά, όλα μπορούν να συμβούν.
Το καλοκαίρι η βόλτα μεταφερόταν στην παραλία. Τότε ακόμη η Ερυθρού Σταυρού δεν είχε καφετέριες – ούτε καν πολυκατοικίες αφού δεν είχαν γκρεμιστεί ακόμη οι καπναποθήκες. Η βόλτα στην παραλία άρχιζε από την αρχή του πάρκου του Φαλήρου όπου βρισκόταν το ουζερί του Λιόλιου και κατέληγε στη στροφή, στην αρχή της Αβέρωφ, εκεί που τώρα είναι το Nautica και τότε ήταν ο ΟΤΕ.
Οι παραλιακές καφετέριες της εποχής, η Τζοκόντα, η Τιβολί, η Κολιμπρί, μάζευαν τον «κυριλέ» κόσμο. Κυριλές για μας τότε, ήταν όποιος είχε στην τσέπη του περισσότερες από δέκα δραχμές – φλώρος ήταν όποιος φορούσε γυαλιά Rayban και Polo μπλουζάκι ανεξαρτήτου μάρκας. Εάν το μπλουζάκι ήταν και Lacoste τότε ήταν περίπου κατάπτυστος. Όταν κουραζόμασταν από τη βόλτα, αράζαμε στην προβλήτα με τα πόδια προς το λιμάνι που έζεχνε, αφού ο βιολογικός δεν είχε φτιαχτεί ακόμη, τρώγοντας σπόρια και καπνίζοντας ενώ ακούγαμε και τζάμπα μουσική από το διπλανό ΝΟΚ. Θυμάμαι πως το ΝΟΚ έβαζε τακτικά το «Serenade» του Steve Miller που μας άρεσε πολύ και τη βρίσκαμε παίζοντας νοητές κιθάρες και τύμπανα. Από τότε, δεν μπορώ να ακούσω το τραγούδι αυτό, χωρίς να πεταχτεί μπροστά μου το ΝΟΚ και ο «Σόλας», ένας συμμαθητής μας απίστευτος τύπος που χλεύαζε βιτριολικά τους πάντες και τα πάντα.
Βόλτα όμως υπήρχε δεν υπήρχε μόνο στην Καβάλα, υπήρχε παντού στην Ελλάδα ακόμα και στα χωριά που τη χαρακτήριζαν για προφανείς λόγους, «νυφοπάζαρο». Εκεί οι ματιές που έλεγαν πολλά, εκεί τα καλά ρούχα της Κυριακής, ίσως κι ένα πρώτο βιαστικό, αγχωμένο φιλί κάπου παραδίπλα.
Οι καπναποθήκες της Ερυθρού γκρεμίστηκαν όλες μέχρι το 1982 και στη θέση τους πυργώθηκαν πολυκατοικίες που τα ισόγειά τους έγιναν καφετέριες. Η Μπαλάντα, το Μικρό Καφέ, η Treff, η Βεγγέρα και άλλες γέμισαν κόσμο αφαιρώντας τον από τη βόλτα και γράφοντας τη δική τους ιστορία. Η βόλτα πέθανε, αφού το βιοτικό επίπεδο ανέβηκε και τώρα πια οι παρέες είναι καθιστές πίνοντας το εθνικό μας ρόφημα, τον φραπέ. Μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του ’80, όλοι είχαν χρήματα για να καθίσουν να πιούνε ένα καφέ ή ένα ποτό – οι κυριλέδες μετακόμισαν στα κοσμικά νησιά, ακολουθώντας τις οδηγίες του «Κλικ» και του life style.
Τα καλοκαίρια, καθημερινά σχεδόν, κατεβαίνουμε με τη Νίτσα στην παραλία. Περπατάμε από το περίπτερο του πάρκου έως τον «Νικηφόρο» και πάλι πίσω για να πάρουμε τη μηχανή και να επιστρέψουμε στο σπίτι. Στο χέρι μου δεν έχω ρολόι Seiko – δεν τα βρίσκω πρακτικά, δεν καπνίζω πια ούτε τρώω πασατέμπο αφού αποφεύγω το πολύ αλάτι. Δίπλα μου περνούν βιαστικά άνθρωποι που περπατούν με γοργό ρυθμό για να ασκηθούν. Σκέφτομαι πως αν κάποιος έκανε κάτι τέτοιο εκείνα τα χρόνια, θα τον είχαν για γραφικό. 
Στη δική μου βόλτα στην παραλία τα τωρινά χρόνια, με την καλύτερη παρέα που θα μπορούσα να φανταστώ, έχω πάλι την αίσθηση της αβεβαιότητας – αυτή δεν φεύγει ποτέ – μα όχι και την αίσθηση πως όλα είναι δυνατά – η εποχή που ο Steve Miller τραγουδούσε «…and the earth is your own…» πέρασε, μαζί με την εποχή της βόλτας...

Τρίτη 2 Μαΐου 2017

Σαμάνθα

Τις προάλλες πήγα στο μαγαζί του Παντούδη απέναντι από το εργατικό κέντρο για να πάρω κάτι για το μηχανάκι. Ο άνθρωπος με παρακάλεσε να περιμένω λίγο για να τελειώσει το τηλεφώνημά του.
Κοίταξα γύρω μου κι άρχισα να χαζεύω τα σκούτερ που ήταν αραδιασμένα στη σειρά, όταν συνειδητοποίησα πως βρισκόμουν στον ίδιο χώρο που ήταν κάποτε η πρώτη ντίσκο της Καβάλας, η «Σαμάνθα».
Είχα να πατήσω το πόδι μου εκεί μέσα από το 1979. Μου έκανε πολύ μεγάλη εντύπωση το πόσο μικρός ήταν ο χώρος τον οποίο εγώ τον θυμόμουν τεράστιο. Δεν μπορούσα να πιστέψω πως εκεί μέσα χωρούσαν η πίστα, τα καθίσματα, το μπαρ, οι καναπέδες.
Στάθηκα μπροστά στην κόκκινη κολώνα κι έκανα πως παρατηρούσα τα κράνη που ήταν από πίσω της. Μπροστά σ’ αυτή την κολώνα η οποία ήταν καλυμμένη με καθρέφτες έδινε το μοναδικό του σόου ο γνωστός σε όλη την Καβάλα, Πρόδρομος.
Ο Πρόδρομος χόρευε ντίσκο μπροστά στον καθρέφτη, μια ντίσκο όμως δικής του εμπνεύσεως και κατασκευής αφού σ’ αυτήν συγχώνευε στοιχεία χορού της κοιλιάς μαζί με μπόλιγουντ κι όλα αυτά δοσμένα με έναν μοναδικό τρόπο. Όταν χόρευε ο Πρόδρομος, όλοι ήμασταν γύρω του και χτυπούσαμε παλαμάκια.
Βλέπω στα δεξιά μου το μπαρ της ντίσκο και τους μεγάλους συνεχόμενους καναπέδες πιο πέρα. Στο ημίφως που λεκιάζεται από τα φωτορυθμικά διακρίνω νέα παιδιά, αγόρια και κορίτσια, να χορεύουν στην πίστα και να φωτοβολούν δροσιά, νιάτα, χαρά. Να, άναψε κι ο προβολέας στρόμπο. Τώρα οι χορευτές φαίνονται σαν να είναι σε αργή κίνηση και είναι ενθουσιασμένοι με το εφέ.
Ακούω την εκκωφαντική μουσική αλλά δεν με πειράζει καθόλου. Το Stayin' Alive είναι ύμνος και οι ύμνοι πρέπει να ακούγονται δυνατά. Ο μεγάλος χαμός όμως γίνεται όταν αρχίζει και ακούγεται το Rivers of Babylon. Όλοι σηκωνόμαστε στην πίστα και χορεύουμε με κέφι, αγνοώντας πως το τραγούδι που είναι εμπνευσμένο από τους Ψαλμούς 18 και 136 εκφράζει τους θρήνους των εξόριστων Εβραίων στη Βαβυλώνα. Μου αρέσει να χορεύω με τα τραγούδια των Boney M, των ABBA, των Bee Gees μα περισσότερο μου αρέσει ένα όχι και τόσο γνωστό κομμάτι, το Sandstorm των La Bionda. Τα αυτιά μου βουΐζουν από τον βομβαρδισμό του ρυθμού των τεσσάρων τετάρτων. Η δυνατή, ρυθμική μα και μελωδική συνάμα μουσική πνίγει τη φωνή διαμαρτυρίας που μου λέει μέσα στο κεφάλι μου πως αυτό το είδος διασκέδασης είναι εφεύρεση του καταραμένου καπιταλισμού για να αποχαυνώνει τους νέους και να τους απομακρύνει από το δρόμο του αγώνα. Πότε πήγε κιόλας εντεκάμισι; Το καταλαβαίνω επειδή ακούγεται τώρα το Play Bouzouki, που σηματοδοτεί την έναρξη του ελληνικού προγράμματος. Είναι αργά, ώρα να φύγουμε, στη ντίσκο θα μείνουν οι μεγάλοι, εικοσιπέντε με τριάντα χρονών.
Μυρίζω τη μυρωδιά του χώρου. Ένα ανακάτεμα κολώνιας, καπνού, αλκοόλ, αρωματικού χώρου και ιδρώτα – μια μυρωδιά που δεν την ξεχνάς ποτέ και είναι άρρηκτα δεμένη με τα ντίσκο τραγούδια και τους αστραφτερούς λεκέδες φωτός από τη ντισκόμπαλα.
Πίνω το σκληρό ποτό μου: «Κούβα», ένα φρουτώδες αλκοολούχο ποτό που με κάνει χάλια αλλά πρέπει να δείξω κι εγώ το αντριλίκι μου – και το αντριλίκι δεν ταιριάζει με σκέτη κόκα κόλα. Η γεύση αυτού του ποτού είναι κι αυτή συνυφασμένη γερά με το περιβάλλον της ντίσκο.
Την αγγίζω. Το φόρεμά της είναι λεπτό και το δέρμα από κάτω είναι ζεστό. Τα μαλλιά της μοσχοβολούν αλλά δεν τολμώ να πλησιάσω κι άλλο και να ρουφήξω τη μυρωδιά τους. Την κρατώ απαλά από τη μέση κι εκείνη έχει περασμένα τα χέρια της γύρω από το κεφάλι μου και είμαι εγώ στα δεκαεφτά και χορεύουμε το Id Live You To Want Me και δεν υπάρχει τίποτε άλλο και θέλω να τη σφίξω κι άλλο και είναι εκείνη στα δεκάξι και σκιρτώ όταν ο Lobo τραγουδά I felt the blood go to my feet και ο κόσμος όλος είναι δικός μου και χαίρομαι που υπάρχω και η Σαμάνθα όλη έχει εξαφανιστεί και νομίζω πως κι εκείνη σκιρτά και παρακαλώ να μη τελειώσει ποτέ το τραγούδι και

Ο Παντούδης μου ζητά συγγνώμη για την καθυστέρηση, εγώ του εξηγώ τι θέλω, το παίρνω, πληρώνω και φεύγω από το μαγαζί χωρίς να κοιτάξω πίσω μου. 

Κυριακή 30 Απριλίου 2017

H υπέρτατη σοφία

Χθες συνοδεύσαμε ένα αγαπητό μας πρόσωπο στην τελευταία του κατοικία. Στην εξόδιο ακολουθία μέσα στην εκκλησία, ακούστηκαν οι συγκλονιστικοί στίχοι του Ιωάννη Δαμασκηνού που κατά την ταπεινή μου γνώμη αποτελούν όχι μόνο αριστουργηματικό κομμάτι της Εκκλησιαστικής μας γραμματείας αλλά και της παγκόσμιας λογοτεχνίας.

…Πάντα ματαιότης τὰ ἀνθρώπινα, ὅσα οὐχ ὑπάρχει μετὰ θάνατον, οὐ παραμένει ὁ πλοῦτος, οὐ συνοδεύει ἡ δόξα ἐπελθῶν γὰρ ὁ θάνατος, ταῦτα πάντα ἐξηφάνισται…

…Ποῦ ἐστιν ἡ τοῦ κόσμου προσπάθεια; Ποῦ ἐστιν ἡ των προσκαίρων φαντασία; Ποῦ ἐστιν ὁ χρυσὸς καὶ ὁ ἄργυρος; Ποῦ ἐστι τῶν ἱκετῶν ἡ πλημμύρα καὶ ὁ θόρυβος; Πάντα κόνις, πάντα τέφρα, πάντα σκιά…

…καὶ πάλιν κατενόησα ἐν τοῖς μνήμασι καὶ εἶδον τὰ ὀστὰ τὰ γεγυμνωμένα καὶ εἶπον: Ἄρα τὶς ἐστι, βασιλεύς ἢ στρατιώτης, ἢ πλούσιος ἢ πένης, ἢ δίκαιος ἢ ἁμαρτωλός;…


Σε αυτούς τους στίχους τους οποίους προσπάθησα να τους σχολιάσω μα δεν τα κατάφερα – τόσο δυνατοί, κρυστάλλινοι και συγκλονιστικοί που είναι δεν τολμάς να τους αγγίξεις - τονίζεται η ματαιότητα των εγκοσμίων και η ασημαντότητα του ανθρώπου μπροστά στην κοινή μας μοίρα, τον θάνατο. Όποιος έχει συμφιλιωθεί μ’ αυτόν, «το φοβερότατον μυστήριον» έχει κατακτήσει την υπέρτατη σοφία. 

Πέμπτη 27 Απριλίου 2017

Στο πατρικό μου σπίτι

Πηγαίνω πού και πού στο πατρικό μου σπίτι στα προσφυγικά του Κυρτζή, στο Βύρωνα. Βλέπω αν έχει έρθει κάποιος λογαριασμός, ελέγχω για τυχόν προβλήματα, αερίζω. 
Από τότε που συγχωρέθηκε κι ο πατέρας, το σπίτι είναι άδειο. Είναι μεν πλήρως εξοπλισμένο σε σημείο που μπορεί να κατοικηθεί ανά πάσα στιγμή, λείπουν όμως οι άνθρωποι. Κατοικείται λίγες μόνο ημέρες το χρόνο, όταν έρχεται ο αδερφός μου από τη Γερμανία για την καλοκαιρινή του άδεια.
Τις περισσότερες φορές που το επισκέπτομαι κάνω αυτά που πρέπει να κάνω και φεύγω. Άλλες φορές όμως στέκομαι και το βλέπω.
Δε θυμάμαι και πολλά από τα παιδικά μου χρόνια σχετικά με το πατρικό μου, αφού εννέα ετών έφυγα για την Αθήνα και γύρισα στα δεκάξι μου. Κάποια σπαράγματα μόνο μνήμης έχω, όπως το φόβο για το υπόγειο, κελάρι το λέγαμε. Το φοβόμουν το υπόγειο, χωρίς να με φοβερίσει κανείς, το φοβόμουν επειδή τα τοιχώματά του ήταν από γυμνή πέτρα – ποιος ξέρει πώς το έβλεπαν τα παιδικά μου μάτια.
Ανοίγω την πορτούλα της αυλής και διασχίζω τη μικρή βεράντα. Σ ’αυτή τη βεραντούλα καθόταν ο πατέρας τα καλοκαιρινά βράδια κι έπινε το ούζο του μαζί με τα απαραίτητα που ετοίμαζε και σέρβιρε η μάνα μου κι ακριβώς απέναντι στα δύο μέτρα καθόταν στη δική του βεραντούλα ο κύριος Τάκης πίνοντας κι αυτός γενναίες ποσότητες ούζου και κουβεντιάζοντας επί παντός του επιστητού με τον πατέρα μου. Θυμάμαι τη συζήτηση που είχαν με θέμα την πρώτη προσελήνωση τον Ιούλιο του 1969. Εμένα αυτή ιστορία με είχε συνεπάρει και κοίταζα με τις ώρες τη Σελήνη, εκστασιασμένος που άνθρωποι κατόρθωσαν και πήγαν εκεί πάνω. Απογοητεύτηκα όμως με τους Αμερικανούς αφού σύμφωνα με τον πατέρα και τον κύριο Τάκη είχαν προηγηθεί οι Ρώσοι και για κάποιο λόγο το κρατούσαν μυστικό. Οι δύο ΚΚΕδες καπνεργάτες δεν μπορούσαν να χωνέψουν πως οι Αμερικάνοι κέρδισαν την κούρσα για τη Σελήνη από τους Ρώσους οι οποίοι την ξεκίνησαν με τους καλύτερους οιωνούς, πρωτοπορώντας με τον Σπούτνικ και τον Γκαγκάριν.
Όταν ξεκλειδώνω τη βαριά σιδερένια πόρτα σα να ακούω τη φωνή της μάνας μου από μέσα να μου λέει να κλειδώσω γυρνώντας βράδυ από τα Αγγλικά ή το φροντιστήριο.
Ελέγχω το δωματιάκι δεξιά του διαδρόμου. Εδώ πέρασα τις δύο τελευταίες τάξεις του Λυκείου. Εδώ διάβαζα, εδώ κοιμόμουν, εδώ ονειρευόμουν – τις περισσότερες φορές ξύπνιος. Κοιμόμασταν σε απέναντι κρεβάτια με τον κατά επτά ολόκληρα χρόνια μικρότερό μου αδερφό και, όπως κάθε μεγαλύτερος αδερφός που σέβεται το προνόμιο αυτό, του έκανα τη ζωή δύσκολη είτε κοροϊδεύοντάς τον είτε ξεγελώντας τον είτε χτυπώντας τον – αργότερα βέβαια κανείς δε θα τολμούσε να τα βάλει με έναν πρώην καταδρομέα με μέγεθος μικρής ντουλάπας. Σ’ αυτό το δωματιάκι έλιωσα κασέτες του Σαββόπουλου ακούγοντας τους «Αχαρνής», τον «Μπάλο», το «Βρώμικο ψωμί», τα «10 Χρόνια Κομμάτια». Σ’ αυτό το δωματιάκι διάβαζα από τα σχολικά μου βιβλία και τα Αγγλικά, μέχρι Φρόιντ, Μαρξ αλλά και Βίπερ με Τζέημς Τσέηζ και Ζεράρ ντε Βιλιέ, «Κολούμπρα», «Ιδεοδρόμιο» - γενικά οτιδήποτε έπεφτε στα χέρια μου. Τώρα το δωμάτιο αυτό είναι γεμάτο από τα πανεπιστημιακά βιβλία των κοριτσιών αφού δε χωρούν στο μικρό μας διαμέρισμα. Πολλά χρόνια πριν, θα πηδούσα από τη χαρά μου με τόσα βιβλία περί Λογοτεχνίας και Φαρμακευτικής. Τα πρώτα θα τα διάβαζα επειδή μου αρέσει πολύ η Λογοτεχνία, τα δεύτερα επειδή είμαι υποχόνδριος και χαπακώνομαι με το παραμικρό. Σήμερα δεν έχω τα κουράγια για (πολύ) διάβασμα.
Επιθεωρώ το μικρό μπάνιο για τυχόν διαρροές. Κάτω από τον νιπτήρα, πριν την ανακαίνιση του σπιτιού το 1976, έβαζε η μάνα μου τα απορρυπαντικά Ρολ. Μέσα σε κάθε συσκευασία ήταν κι ένα βιβλίο με τίτλο «Ήμουν κι εγώ εκεί». Μια εξαιρετική και πρωτοποριακή προσπάθεια της εποχής που δυστυχώς δεν βρήκε μιμητές. Επρόκειτο για μια σειρά μικρών βιβλίων με έγχρωμη εικονογράφηση με ήρωα ένα παιδί που ταξίδευε στο χρόνο κι ανακατευόταν σε σπουδαία ιστορικά γεγονότα. Θυμάμαι το βιβλίο με τίτλο «Με τους Ούννους του Αττίλα». Δεν τα διάβαζα απλώς, βυθιζόμουν μέσα τους και παρακαλούσα να μπορούσα κι εγώ να ταξιδεύω στο χρόνο κι αφού αυτό ήταν ανέφικτο, ευχόμουν να λερωνόντουσαν συχνότερα τα ρούχα για να αγοράζει η μάνα μου Ρολ.
Ανοίγω το παράθυρο του σαλονιού. Εδώ συνήθιζα να ξαπλώνω κάτω από ένα πολύ μικρό τραπεζάκι αφού έβγαζα το ραφάκι από κάτω του που έμοιαζε με σκάλα και που η μάνα μου έβαζε τα περιοδικά της – το Ρομάντζο, τη Γυναίκα και τον Οικογενειακό Θησαυρό και τα οποία φυσικά τα ξεκοκάλιζα. Χωμένος από κάτω, έχτιζα τον δικό μου κόσμο. Άλλοτε το τραπεζάκι με προστάτευε από αεροπορικές επιδρομές, άλλοτε από κακούς ανθρώπους σαν κι αυτούς που διάβαζα στα φωτορομάντζα του «Θησαυρού» κι άλλοτε απλώς από τους πάντες. Το τραπεζάκι είχε το δικό του μυστικό όνομα που το ήξερα μόνο εγώ. Έγραφε από κάτω με μαύρο μαρκαδόρο το όνομα του εργοστασίου κατασκευής του κι εγώ το διάβαζα από κάτω ανάποδα: «ςηδίναβεξαπΜ».
Ρίχνω μια ματιά στην κρεβατοκάμαρα. Κάπου κάπου ξεφυλλίζω τα φωτογραφικά άλμπουμ που υπάρχουν πάνω στην άδεια πια συρταριέρα. Βλέπω τους γονείς και συγγενείς σε ηλικίες πολύ μικρότερες από τη δική μου – οι περισσότεροι δε βρίσκονται πια στη ζωή. Σε μερικές φωτογραφίες δεν αναγνωρίζω κανέναν, σε άλλες λίγους. Λίγες από αυτές γράφουν πληροφορίες γραμμένες με μολύβι καλλιγραφικά στο πίσω μέρος όπως μια του παππού μου στη Γερμανία το 1943 όπου εργαζόταν εκεί στην Κατοχή, «όμηρο τον είχαν» έλεγε η γιαγιά μου, «Ενθύμιον Γερμανίας» γράφει η φωτογραφία από πίσω. Βλέποντάς τες, αναθεματίζω τον εαυτό μου που δεν ρώτησα όσα περισσότερα μπορούσα τις γιαγιάδες μου (παππούδες δυστυχώς δε γνώρισα) και τους γονείς μου. Άλλα τα ενδιαφέροντά μου τότε κι εξάλλου όταν είσαι νέος, δε σου περνάει από το μυαλό πως οι άνθρωποι μια μέρα φεύγουν χωρίς επιστροφή.
Αφήνω τα κλειδιά του αυτοκινήτου στο τραπέζι ροτόντα του καθιστικού. Εκεί τρώγαμε τις Κυριακές και η τηλεόραση έδειχνε τις μεσημεριανές ειδήσεις και αργότερα το αγαπημένο μας σίριαλ, το «CHiPs». Βλέπω το ραφάκι όπου η μάνα μου παλαιότερα έβαζε το ραδιόφωνο και άκουγε το «Σπίτι των ανέμων» κάνοντας τις δουλειές του σπιτιού κι έστηνα κι εγώ αυτί κι άκουγα τις περιπέτειες του δικηγόρου Ορέστη Λαμπίρη, της Τζοβάνας και της γιαγιάς Ανούσκας και το «Μείνε κοντά μου αγαπημένη» με τη συγκλονιστική μουσική που πολύ αργότερα ανακάλυψα πως ήταν το «Concierto de Aranjuez». Απορώ όμως πώς τα θυμάμαι, αφού αυτά τα ραδιοφωνικά σίριαλ παιζόντουσαν τα πρωινά. Δεν πήγαινα ακόμη στο σχολείο; Ήταν τότε το 16ο Δημοτικό με βάρδιες πρωί – απόγευμα; Δε θυμάμαι.
Στην κουζίνα ελέγχω τη βρύση και το ψυγείο. Στο τραπέζι φορμάικα έτρωγα πρωινό στις 5 το πρωί τα καλοκαίρια του ’78, του ’79, του ’80 που δούλευα στα καπνομάγαζα. Έπιανα δουλειά στις 5:30 και θυμάμαι πως το λεωφορείο ήταν γεμάτο εργαζόμενους σε καπνομάγαζα, εργοστάσια, βιοτεχνίες και η Καβάλα ήταν γεμάτη κόσμο που πήγαινε στη δουλειά του αξημέρωτα.
Πηγαίνω στο μικρό πλυσταριό της αυλής. Εκεί υπήρχε ένα καζάνι που έπλενε τα ρούχα η μάνα μου πριν πάρουμε πολύ αργότερα πλυντήριο. Το μικρό του παράθυρο βλέπει στο δρόμο που κάποτε ήταν ρέμα. Λίγο παρακάτω, πιτσιρικάδες στα τέλη της δεκαετίας του ’60, σκοτώναμε τα άμοιρα βατράχια που θα τύχαιναν στο δρόμο μας. Στην ταράτσα του υπήρχε πριν βάλουμε ηλιακό, μια μικρή δεξαμενή νερού καλυμμένη με τζάμι. Εκεί έκανα ντους μετά το καπνομάγαζο κι έβγαζα από πάνω μου την πικράδα του καπνού.
Μερικές φορές μπαίνω και στο υπόγειο να αφήσω ή να πάρω κάτι χωρίς να το φοβάμαι πια – τώρα φοβάμαι άλλα…